ΚΟΦΣΚΙ

Posted: Μαΐου 18, 2017 in φλυαρίες...

“Ωραίος ο Μαγιακόφσκι!” είπε εμφατικά ο θείος Σπύρος, «Ωραιότατος!» συμπλήρωσε δείχνοντας προς τη μεριά απ΄όπου ερχόταν η μουσική (πρώτο κοντσέρτο για πιάνο, έργο είκοσι τρία) και κάνοντας και μια υπόκλιση προς την ίδια κατεύθυνση, λες και καθόταν η ορχήστρα αυτοπροσώπως κει πέρα, πενήντα άτομα στο σαλόνι του Μηνά, τι λες ρε μπάρμπα…
«Σώπα, θείε μου, σώπα!» του έσφιξα τον αγκώνα που στηριζότανε πάνω μου.
«Διατί παιδί μου Αντώνη να σωπάσω, γνωρίζεις το δέος μου έναντι των μεγάλων στιγμών της παγκοσμίου μουσικής, δι’ αυτόν εξάλλου τον λόγον ο δήμαρχος μοι ανέθεσεν την διεύθυνσιν του πολιτιστικού τομέα του δήμου μας, τιμήν της οποίας τα οφέλη απολαμβάνω μέχρι τούδε εν είδη συντάξεως».
Ε, αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα μπάρμπα, είπα μέσα μου. «Σωστά θείε μου» είπα απ’ όξω μου. Σωστά, αλλά μας κοιτάνε όλοι και ή θα πρέπει να παραδεχτείς ότι δεν ξέρεις από κλασσική μουσική γιατί μπερδεύεις τον Τσαϊκόφσκι με τον Μαγιακόφσκυ, οπότε εύκολα θα συμπεράνουν όλοι ότι δεν ξέρεις ούτε και από ποίηση, και άντε να ξαγκιστρώσουμε τώρα δω μέσα πώς διάολο πήρες τη θέση στο πολιτιστικό, που κατέληξε στην συνταξάρα που παίρνεις σήμερα.
Εκτός κι’ αν παραδεχτούμε πως ξέρεις τον Τσαϊκόφσκι σαν συνθέτη και τον Μαγιακόφσκυ σαν ποιητή, απλώς, σου ανακατεύτηκαν στο μυαλό μέσα, πράγμα που λέγεται αλτσχάιμερ, και που σε ρίχνει στο κόκκινο νουμεράκι της στατιστικής για τους μετά τα εβδομήντα, ρίχνω ζάρια φέρνω ντόρτια, που λέει και το τραγουδάκι, τι να κάνουμε σε σένα έλαχε κι΄ όχι σ’ άλλον, το δεχόμαστε για μια φορά το τρίμηνο που συναντιόμαστε. Αλλά που το αλτσχάιμερ, σου στερεί το δικαίωμα υπογραφής σήμερα δω μέσα που ‘ρθαμε να αποδεχτούμε την ρημάδα την διαθήκη του μπατζανάκη σου, που κομμάτι πλαστή είναι, γιατί μεταξύ μας την κόψαμε και την ράψαμε, και πρέπει τώρα εσείς να επιβεβαιώσετε το γνήσιο του γραφικού χαρακτήρος (που δεν είναι του μπατζανάκη αλλά της μεγάλης κόρης μου και κάνει μπαμ).
Να επιβεβαιώσετε το γνήσιον του γραφικού χαρακτήρος εσείς, που από την μια έχετε το καλό ότι τον ξέρατε, και από την άλλη έχετε το πλεονέκτημα (για εμάς) να μην θυμάστε τον γραφικό του χαρακτήρα, πράγμα που δεν θα παραδεχτείτε για να μην σας πούμε γέρους, κι’ έτσι θα υπογράψετε και θα κάνουμε εμείς τη δουλειά μας, γιατί είναι πολλά τα κτήματα μπαρμπαδάκο μου, οπότε άσε τον Μαγιακόφσκυ και τον Τσαϊκόφσκυ, γιατί κινδυνεύουμε τα δύο κόφσκυ να μας κοστίσουν κάτι στρεμματάκια παραθαλάσσια.
«Κλείσε ρε Μηνά τη μουσική να χαρείς!» πήγα στον ξάδελφό μου.
«Γιατί;»
«Γιατί θα γίνει καμιά μαλακία και θα τρέχουμε»
«Γιατί;»
«Για το γιατί πού χει δυό τρύπες! Κλείσε τη μουσική ρε!»
«Άμα κλείσω τη μουσική θα ακούγεται η θεία Ευπραξία που χει ΧΑΠ και κάνει σαν ηλεχτρική σκούπα πού πιασε χαλίκι.»
«Και;»
«Και δεν θα δεχτεί ο συμβολαιογράφος υπογραφή και βεβαίωση από την ετοιμοθάνατη. Το βλέπεις το αριστερό χέρι που τόχει στο μάγουλο σαν να σκέφτεται;»
«Ναι.»
«Ε, δεν σκέφτεται. Τόχει εκεί για να μην φαίνεται το λαστιχάκι από την συσκευή οξυγόνου.»
«Ποια συσκευή οξυγόνου;»
«Την βλέπεις τη μεγάλη τσαντάρα του σουπερμάρκετ δίπλα της;»
«Κατάλαβα. Η συσκευή.»
«Η συσκευή…» τράβηξε μια ρουφηξιά καφέ. «Γιατί να κλείσω τη μουσική ρε;»
Δεν του εξήγησα. Πήγα πίσω στον θείο Σπύρο και του ‘πιασα κουβέντα για τα κάντρα που ήτανε στους τοίχους, είκοσι λεπτά καθυστέρηση ο συμβολαιογράφος, πέντε κάντρα όλα κι’ όλα τα ‘δαμε, τα ξανά ‘δαμε, μου ’πε «Δεν βλέπω από δω πάμε πιο κοντά», τι να κάνω και γω τον σηκώνω αγκαζέ, πλησιάζουμε το κάδρο, κάνει ένα τσαααανγκ η μουσική, αλεγκρέτο κον μπριο ήτανε, τέσσερα χρόνια ωδείο, τι διάολο, το αλεγκρέτο κον μπρίο τόχα φάει στη μάπα, το αναγνώριζα πίσω από κλειστές πόρτες σε βομβαρδιζόμενη μονοκατοικία με τριπλή ηχομόνωση.
«Ααααα! Γιγνώσκεις τον λόγον δια τον οποίον λατρεύω τον Μαγιακόφσκυ, αγαπητό μου παιδί; Ειδικά δι’ αυτάς τας ανελπίστους εξάρσεις τας οποίας ενθέτει εις τας συνθέσεις του! Το στοιχείο της εκπλήξεως, το οποίο καθιστά τον ακροατήν μέτοχον των υψηλών παγκοσμίων ανθρωπιστικών αξιών, δια της…» Τον κάθισα με το ζόρι σε μια μπερζέρα, δεν έμαθα και δια ποίας γινόταν όλο αυτό των ανθρωπιστικών αξιών, που φιρί-φιρί το πάει να μας εκθέσει τελικώς και θα τα χάσουμε τα χτηματάκια, αργούσε κι’ ο ρουφιάνος ο συμβολαιογράφος, πήγα να βρω τον ξάδερφο που στο μεταξύ την είχε κάνει κουζίνα μεριά.
«Βάλε κάτι άλλο ρε Μηνά, να σε χαίρονται που σ’ έχουν δηλαδή!»
«Να βάλω Έμινεμ;» πετάγεται ο ανιψιός μου.
«Κάτσε συ, μικρέ» του λέω, και γυρνάω στον πατέρα του τον Μηνά: «Τσαϊκόφσκι μόνον μη βάλεις γιατί τον μπερδεύει ο μπάρμπας ο Σπύρος με τον Μαγιακόφσκι και θα γίνουμε ρεζίλι».
«Τι είναι Μαγιακόφσκυ;» ρωτάει ο μικρός με το βλέμμα της αγελάδας.
«Ο Μαγιακόφσκυ, τι είναι Ο Μαγιακόφσκυ, όχι ΤΟ Μαγιακόφσκυ! Ποιητής είναι ρε χαϊβάνι, ποιητής είναι…»
«Εγώ νόμιζα πως είναι μπαχαρικό» λέει ο μικρός, τι μικρός δηλαδή, πατημένα τα δεκαεννιά, αλλά από μυαλό δίφραγκο. «Και έγραφε και μουσική;»
΄Ωρε πώς μπλέξαμε έτσι, σκέφτηκα, δε μας έφτανε ο διευθυντής πολιτιστικού, φορτωθήκαμε και τον ανιψιό μου τον Αϊνστάιν. Τουλάχιστον, να πω διαβάζανε δω μέσα και είχανε κανένα βιβλίο με ποιήματα του Μαγιακόφσκυ, να το απολήσω πάνω σε κανα τραπέζι, να δικαιολογηθούμε ότι το πήρε το μάτι του θείου και, γέρος άνθρωπος, μπέρδεψε τον έναν με τον άλλον, αλλά, εδώ μέσα και το όνομα στο κουδούνι τους που διαβάζανε πολύ τους ήτανε. Με τα πολλά πάμε μέσα, μέχρι να πάμε με είχανε ζώσει τα φίδια, φτάνουμε την στιγμή που ο θείος Σπύρος προτείνει το χέρι του στην θεία Ευπραξία να χορέψουνε.
«Αυτό το βαλς θα μου το χαρίσετε, παμφιλτάτη δεσποσύνη!» της έλεγε, και κεινη έκανε «χαχαχα», αλλά έλα μου που δεν μπορούσε να αποχωριστεί την τσαντάρα του σουπερμάρκετ αλλά ούτε και να σταματήσει να σκέφτεται.
«Μην το σκέφτεστε, αγλάισμα των οφθαλμών μου!» λέει ο θειο-Σπύρος, που δεν έχει χαμπάρι αν είναι βαλς, αν είναι ρούμπα ή συρτό στα τέσσερα, την τραβάει από το αριστερό χέρι να σηκωθεί, κοντράρει εκείνη με το δεξί στο μπράτσο του καναπέ, φέρνει σβούρα, της φεύγει το οξυγόνο από την μύτη, δηλαδή φεύγει ο σωλήνας και μένει το πωστολένε που μπαίνει μέσα στη μύτη, αρχινάει ο σωλήνας να κάνει φσσσσσσς και να πετάει αέρα δεξιά αριστερά, ευτυχώς δεν κάπνιζε κανείς να γίνουμε παρανάλωμα.
Αλλά, η θειά πέφτει στα τέσσερα και ξεφυσάει σαν τραγί με σηκωμάρες, την ίδια ώρα πάει ο μικρός και κλείνει τη μουσική κι’ ακούγεται μια χλαπαταγή, σαν να περνάει σκουπιδιάρικο, η θεία ήτανε. Λέει ο μικρός, «Χωρίς οξυγόνο η θεία ακούγεται σαν τον τραγουδιστή των Βένομ!», ξέρεις σαν κείνους τους Νορβηγούς με τις μάσκες και τις άσπρες φάτσες, ντεθ μέταλ και τέτοια. Ο μπάρμπας από την άλλη, στον κόσμο του:
«Ποιος ο λόγος, νεαρέ μου, που εσταματήσατε τον Μαγιακόφσκυν;» ρωτάει το μικρό.
«Θείε Σπύρο, Τσαϊκόφσκυ ήτανε. Ο Μαγιακόφσκυ ήτανε ποιητής» του λέει ο μικρός με τη μια, μέσα στην ίδια φράση δύο άγνωστες λέξεις ορθοπεταλιά, κοιταχτήκαμε με τον πατέρα του, έλα απαυτό στον τόπο σου. Ο μπάρμπας όμως, ορθώνει την κορμοστασιά του, δακρύζει ελαφρώς και ανοίγει τα χέρια να αγκαλιάσει τον μικρό.
«Μικρέ μου, γλυκύτατόν μου τέκνον, εύγε, άριστα! Συ, μόνος σύ ανεγνώρισας τον Τσαϊκόφσκιν εν μέσω των αδαών που μας περιβάλλουν!» και γυρίζοντας δεξιά αριστερά τα μάτια στην αίθουσα με ψάχνει, με βρίσκει και αναφωνεί: «Πλησίασε, άχρηστε! Πλησίασε!» τι να κάνω, να χάσω τα στρεμματάκια, που αν θυμάστε είναι και παραθαλάσσια, πλησιάζω.
«Τι είναι θείε μου» του λέω. Και τρώω ένα χεσίδι για τον Μαγιακόφσκι και το λάθος που, τόκανε, λέει, επίτηδες για να με δοκιμάσει, και που όταν του είπα (για να σταματήσει να με βρίζει άσχετο και απαίδευτο, που τέσσερα χρόνια ωδείο άσχετο δε με λες), όταν του είπα λοιπόν ότι νόμιζα πως έχει αλτσχάιμερ και δεν ήθελα να τον πικράνω, εκεί έγινε το μεγάλο το κακό. Δήλωσε πως δεν υπογράφει τίποτε. Να, μα τον Αϊ Σπυρίδωνα, δεν έβαλε όχι υπογραφή, ούτε τα μάτια του δεν ξανασήκωσε να με κοιτάξει. Τα χτηματάκια τα ‘φαγε η εκκλησία, γιατί όσην ώρα εμείς τσακωνόμαστε η θεία Ευπραξία είχε ξεψυχήσει, είχε πέσει ανοιχτή σα χταπόδι και σπαρτάραγε, δεν την είδε κανείς, πάει η θειά, μείον μία υπογραφή, όπως ήρθε έφυγε ο συμβολαιογράφος.
Θα πεις, πώς τα θυμήθηκα και στα λέω. Έχω ένα γκρουπάκι από Ρωσία αύριο, καμμιά εικοσαριά άτομα, να τους πάω στα μοναστήρια και στα σκηνώματα και στους τάφους των βασιλέων και στο Μον Ρεπό και στην πριγκίπισσα Σίσσυ, και κάθομαι μόνος μου και σκέφτομαι, κάποιον από δαύτους δεν θα τονε λένε κάτι που θα τελειώνει σε –κόφσκι; Και ποιος μου λέει μένανε πως δεν θα μου γυρίσει το μάτι και δεν θα γίνει κανα κακό; Βάλε ρε Άη Σπυρίδωνα το χέρι σου για δε μας βλέπω καλά…

ΑΣΧΗΜΟ

Posted: Μαΐου 18, 2017 in φλυαρίες...

Άσχημο. Άσχημο· ήταν άσχημο. Θέλω να είναι προφανές και κατανοητό αυτό και δεν θα κάτσω να ψάχνω τώρα να βρω την κατάλληλη λέξη για να το περιγράψω. Ένα άσχημο, μα πραγματικά άσχημο παιδί, τόξερα από το σχολείο που πήγαινε με τις δύο κόρες μου μαζί, τόβλεπα στην εκκλησία τις Κυριακές. Χωρίς νάχει πεταχτά αυτιά, όχι, τα αυτιά του ήταν όπως λέτε εσείς, φυσιολογικά, ούτε μεγάλα ούτε μικρά, με κανονικότατο ακουστικό πόρο και χωρίς καμμία δυσχρωμία του δέρματος.

Και δεν είχε ούτε μεγάλη μύτη. Μια μύτη που μύριζε κανονικά όσα έφταναν μέχρις αυτήν, με ισομεγέθη πτερύγια και επίπεδη ράχη, όπως είναι οι μύτες όλων όσων φτάνουν στα μέρη μας από την επαρχία σας. Δεν συνέβαλε δηλαδή η μύτη στην ασχήμια του, καθόλου, αντιθέτως μάλιστα, θα έλεγα πως ήταν το σημείο στο οποίο ξεκουραζόταν η ματιά κάποιου που αποφάσιζε να κοιτάξει αυτό το παιδί για λίγο περισσότερο από το κανονικό. Τα αυτιά πάλι, δεν μπορείς να πεις πως όταν κάποιος κοιτάζει κάποιον κατά πρόσωπο σκύβει και ελέγχει τα αυτιά του, αυτός ήταν ο λόγος που μίλησα για την μύτη σαν όαση πάνω σε ένα τόσο άσχημο παιδί, τα αυτιά αν περνάνε απαρατήρητα αυτό φτάνει. Που στέκεται, η μύτη, σε σωστή απόσταση από το πάνω χείλι, ούτε πολύ κοντά -είχα δει έναν που τα χείλια του ήταν τόσο κοντά ώστε έμοιαζαν με μουστάκι- ούτε μακριά, ξέρεις, αυτόν που λέτε εσείς αλογομούρη, σε αυτό οφείλεται, στην μεγάλη απόσταση χειλιών και μύτης. Αυτουνού όμως του πανάσχημου παιδιού η απόσταση ήταν η πρέπουσα, αγαλματικής ακρίβειας θα έλεγα, πώς το λένε όταν κάτι είναι σωστό σαν να είναι άγαλμα, ε, δεν πρόκειται να κάτσω να ψάξω να βρω την κατάλληλη λέξη και γι’ αυτό.

Τα ζυγωματικά του πάλι, τα μήλα, όπως τάχεις ακουστά στην επαρχία σας, εξείχαν ομοιόμορφα, και το δέρμα ακριβώς από κάτω τους καμπυλωνόταν προς τα μέσα ελαφρά, σκιάζοντας απαλά τα μάγουλα, έχεις δει εκείνη την μελαγχολική έκφραση που έχουν όσοι τα μάγουλά τους σκιάζονται ελαφρά από το κάθετο φως. Θα τόλεγες και γοητευτικό από αυτήν την άποψη. Πραγματικά, γοητευτικό θα τόλεγες και για τον λόγο ότι τα μάτια του ταίριαζαν και με την ψυχοσύνθεσή του, και αυτό είναι σημαντικό. Βλέπεις, φερ’ ειπείν, καμμιά φορά έναν ηλικιωμένο με σοβαρά μάτια, με την έκφραση που έχουν όσοι λένε λίγα λόγια και με νόημα, και ύστερα εκείνος ανοίγει το στόμα του και λέει βλακεία, μία ή περισσότερες, και τότε αντιλαμβάνεσαι την σημασία που έχει να ταιριάζει το βλέμμα των ματιών με το ύφος του ανθρώπου όπου αυτά φιλοξενούνται. Ναι, δεν είναι κατάλληλη λέξη αυτή για τα μάτια, καταλαβαίνεις όμως τί θέλω να πω.

Αυτά για το παιδί. Αν σκέφτεσαι να με ρωτήσεις πώς κατάφερα να αντέξω κοιτάζοντας τόσην ώρα -γιατί καταλαβαίνεις πως χρειάζεται αρκετή ώρα για να παρατηρήσεις ενδελεχώς όλα όσα σου περιγράφω- την ασχήμια αυτού του παιδιού, θα σούλεγα πως έτσι είναι το αντικείμενο της δουλειάς μου, έχω μάθει να αντέχω και στις πιο ακραίες μορφές ασχήμιας, να μπορώ, για παράδειγμα, να αντικρίζω την τεράστια σχισμή που έκανε το τσεκούρι στο κεφάλι αυτού του παιδιού, διαλύοντας ολοσχερώς το σχήμα που είχε το παιδί ενόσω ζούσε, και που τώρα το σχήμα αυτό είχε καταρρεύσει, να φαντάζομαι αθέλητά μου τον ήχο την ώρα που η λεπίδα θρυμμάτιζε τα κρανιακά οστά και έφτανε μέχρι τον γκρίζο πολτό τού εγκεφάλου, δεν θες να τα φανταστείς όλα αυτά, γίνεται από μόνο του, να ακούς την φωνή που δεν πρόλαβε να βγάλει, αυτό φάνηκε από την υπόλοιπη νεκροψία, δεν πρόλαβε να βγάλει φωνή από το σοκ, είχε απόλυτη συναίσθηση του θανάτου που το πλησίαζε με ταχύτητα, έβλεπε τον δολοφόνο του μπροστά του, τον μύριζε, ξέρεις η οσμή αποκτά τεράστιο εύρος τις στιγμές του κινδύνου, ο ψυχολόγος της υπηρεσίας μας λέει πως η οσμή είναι το ασφαλέστερο καταφύγιο, ψάχνεις πάντα την οσμή της μάνας σου όταν σε είχε αγκαλιά μωρό, η μάνα είναι η ασφάλεια, και η οσμή στις στιγμές της ανασφάλειας προσπαθεί να ανιχνεύσει γνώριμες μνήμες. Το σοκ λοιπόν δεν το άφησε να βγάλει κανέναν ήχο, το ξανάπα αυτό και έχω τον λόγο μου.

Η μεγαλύτερη ασχήμια σκέφτομαι πως είναι το να πεις μια τελευταία κουβέντα την στιγμή του θανάτου σου, ειδικά αν αυτός είναι αποτέλεσμα βίαιης πράξης. Ασχήμια από την άποψη ότι ο δολοφόνος σου γίνεται μάρτυρας των πλέον ενδόμυχων σκέψεών σου, της γελοιότητας ή της μεγαλοσύνης σου, που εν πάσει περιπτώσει, δεν έχει και κανένα νόημα, πέρα από το να τον κάνει να γελάσει ή να σε θαυμάσει, που και αυτό δεν έχει καμιά αξία για έναν δολοφόνο από τη στιγμή που δεν μπορεί ποτέ να μεταδώσει αυτή την γνώση σε κανέναν. Σκέψου αν στις δίκες ο δολοφόνος είχε την τόλμη να ξεστομίσει αυτό που είπε το θύμα με την τελευταία του ανάσα. Κάτσε και αναλογίσου τον οδυρμό και την οργή, γιατί περί αυτών πρόκειται, και των δύο μαζί ταυτοχρόνως, δεν υπάρχει κάτι άλλο σε μια τέτοια περίσταση, σκέψου τον δολοφόνο να έχει ξεστομίσει μια αλήθεια και αυτή να μην γίνεται αποδεκτή, γιατί δεν θα γινόταν αποδεκτή, αυτό είναι σαφές. Αυτή η σπατάλη γνώσης, τελικώς, ο εγκλωβισμός μιας πληροφορίας τέτοιας βαρύτητας σε ένα κελί για πάντα, αποτελεί μια προσβολή στην ανθρώπινη φύση που δεν έχει το κουράγιο να αντικρύσει τον εαυτό της. Τόσο άσχημο τον θεωρεί. Άσχημο. Άσχημο· τον θεωρεί άσχημο, ξέρω τι σου λέω.

Τρεις μέρες καθαρίζω! Τρεις! Τρίτη μέρα σήμερα με τα πανιά και τις σφουγγαρίστρες στα χέρια! Χάλια τάχανε κάνει δω μέσα. Αίματα, ξερατά, κάτουρα ό,τι φανταστείς, μέχρι έξω σ’ έπιανε η μπόχα. Δεν τους έφτανε που δηλητηριάστηκαν, μαχαιρώθηκαν κιόλα! Αει σιχτίρ πιά, σκέφτηκε κανείς ποιος θα καθαρίσει μετά; Σκέφτηκε; Άσε τα λουλούδια. Λουλούδια να δουν τα μάτια σου, πεταμένα λεφτά, να κλαίει η ψυχούλα σου τα πεταμένα τα λεφτά, για τα λουλούδια που τα βάλανε να πατήσουν επάνω εκείνοι που θα μεταφέρανε τους νεκρούς. Μπούρδες! Έφαγε μια γλίστρα ο ένας από τους τέσσερις που κουβαλάγανε την Καπουλέταινα παρ’ ολίγο να του πάρουν το κεφάλι επί τόπου. Τι ποια Καπουλέταινα; Την μικρή βρε, αφού σε είπα, τέσσερεις, για την μεγάλη θάθελαν έξι το λιγότερο κοτζάμου νταμάρι κει χάμου… Και η μικρή, μέσ’ το αίμα, αίμα να δεις… Αμ το μαχαίρι που δεν βρέθηκε πουθενά, τι σου λέει σένανε το μαχαίρι που δεν βρέθηκε πουθενά; Εγώ λέω έτσι στολισμένο που ήταν με διαμάντια και μπιρλάντια κάποιος το βούτηξε, κρασάκια θάχει γίνει σε κανένα βρωμοκαπηλειό, νάσαι σίγουρη.
Πε μου τώρα, πώς και δεν δούλευες εσύ προχτές και γλίτωσες την φασαρία; Γιατί αν ήξερες τι ώρα μας φωνάξανε και τι ώρα τελειώσαμε, θα ‘λεγες Θέ μου τι μαρτύριο του Ιώβ είναι τούτο! Και λουλούδια, πολλά λουλούδια. Το ένα ματσάκι είχε και σημείωμα από τον Πάρη στην παντοτινή του αγάπη. Ποιόνα Πάρη είχε αυτή, θύμησέ μου; Ααα, του άρχοντα του πωστονελένε και πούχει τα χτήματα απάνου στο βουνό. Σηκωτό τονε πήρανε κι’ αυτόν από κει απόξω. Τι ποιος; Ο Ρωμαίος τονε καθάρισε πρώτονα πρώτονα. Όχι παίζουμε. Τον είδες πεθαμένο και γεμάτο σάλια απ΄το δηλητήριο και σου φάνηκε «πολύ γλυκό παιδί»; Μωρέ ξέρεις πόσους έχει τρουπήσει κείνο το νιάνιαρο που είδες να παίρνουν σηκωτό με «τα χεράκια τα τρυφερά να κρέμονται χωρίς ζωή ζερβόδεξα απ΄το σώμα»; Αμ ξεχνάς τον Τυβάλδο; Πού τον βάζεις τον Τυβάλδο, ένα παλλικάρι ίσαμε κει πάνου, σαν τα κρύα τα νερά; Που δεν είναι και όνομα το Τυβάλδος, αλλά δεν τρυπάς κοτζάμου παλλικάρι επειδή δε σ’ αρέσει το όνομά του! Μάλιστα κυρία μου, ο Ρωμαίος το εσκούπισε το παλλικαράκι, ο Ρωμαίος με τα τρυφερά χεράκια κελιπα κελιπα, να μη τα ξαναλέω τώρα και σιχαίνομαι την υπαρξή μου την ίδια σιχαίνομαι με τους γλυκερούς στίχους και τις αηδίες…
Και τι να πουν και για έξοδα οι Καπουλεταίοι που χάσανε και το κορίτσι τους; Που θα σου πω παρακάτου και για το κορίτσι τους, αλλά, όλα να λέγονται, και τα έξοδα αν θες να ξέρεις όλα δικά τους. Όλο το έργο στο σπίτι τους γυρίστηκε, οι Μοντέγηδες τίποτε. Κάτι παληοσοκάκια και κάτι παραδρόμια βάλανε και σκουπίσανε για νάναι σενιαρισμένα. Σιγά το έξοδο! Πού γυρίστηκε το έργο; Τη μια στο σπίτι των Καπουλέτων, την άλλη έξω από το σπίτι των Καπουλέτων, μετά στον δρόµο έξω από τον κήπο των Καπουλέτων, ύστερα στην σάλα του σπιτιού των Καπουλέτων, και σα να μην έφταναν όλα αυτά, πού τελειώνει όλο τούτο το γραφτό; Στο νεκροταφείο και στον τάφο των Καπουλέτων!
Γιατί τώρα με τα αγάλματα εσύ τι λες πως θα γίνει; Τον Καπουλέτο βλέπω να τα χρεώνεται, και της κόρης της και του ομορφάντρα! Α, δεν έμαθες; Ναι βέβαια, θα στήσουν αγάλματα της παρθένου και του ερωτιάρη της για να θυμίζουν, και τι να θυμίζουν, και ποιος χέστηκε να θυμάται, δηλαδή, άμαν είχα και γω λεφτά θάστηνα άγαλμα στον γκόμενο που είχα στα δεκάξι μου, που να μοσχοβολάνε πάντα τ’ αποτέτοια του, όσο το φχαριστήθηκα με αυτόν, με κανέναν άλλον, μα με κανέναν! Και πόσο χρονώ ήταν το τσουλάκι; Ξέρεις; Δεκατέσσερα δεν τάχε κλεισμένα. Τα δεκατέσσερα! Δηλαδή μέχρι τα είκοσι τι θάπρεπε νάχε κάνει; Όχι πέ μου! Και να ξέρει πως είναι και Μοντέγος! Δηλαδή, άμα, λέω, άμα τάβρισκε με τον Πάρη, που της τον πασάρανε οι δικοί της κιόλα, τι θάκανε; Να σου πώ εγώ τι θάκανε: θα τον έπαιρνε πίσω από καμιά κουρτίνα στη σάλα του χορού, κι’ άσε τους άλλους να χοροπηδάνε ταραντέλες και σαλταρέλια. Βρε τι μου λες! Δεν ήξερε! Ξεράδια δεν ήξερε. Την είδαμε και όταν έμαθε ότι ο γκόμενος τής έσφαξε τον ξάδερφο πόσο δίστασε! Εμ , δεν έβλεπε με τι αλήταγα των σοκακιών τραβολογιότανε; Να σου πω εγώ: τόβλεπε, αλλά το απαυτό της δεν την άφηνε σε ησυχία! Ήθελε τσιτσί! Την έτρωγε κει κάτου, την έτρωγε την ρουφιάνα, και νάτα τώρα…
Τι θα πει γιατί μιλάω έτσι για το κορίτσι; Κυριακή βράδυ γνωρίστηκαν, Δευτέρα απόγευμα παντρεύτηκαν, Δευτέρα βράδυ πού λες εσύ ότι το πέρασε ο Ρωμαίος; Ναι, ναι, μη με κοιτάς έτσι, στο δωμάτιο της παρθενόπης! Αμ , τι νόμισες; Κι’ άσε την Ροζαλίνα να κλαίει το κορίτσι και να σπαράζει. Ποια είναι η Ροζαλίνα; Αμ τίποτα δεν ξέρεις καημένη… Η Ροζαλίνα ήταν αυτή που είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια όταν πέρνανε την Ιουλιέτα από δω μέσα, αυτή που καθόταν αριστερά όπως βγαίνουμε και κοίταζε το φορείο με την Ιουλιέτα και της έρριξε κι’ ένα φάσκελο και είπε «πάρτα, μη στα χρωστάω, αντροχωρίστρα!» Ε, σ’ αυτηνής το γλέντι γνωρίστηκαν τα τρυφερούδια, ντε! Για την Ροζαλίνα πήγαινε ο στιχουργός και κατέληξε ταβλιασμένος δω μέσα, τι μέρα έχουμε σήμερα, Πέμπτη. Κυριακή κοντή γιορτή, άμα σε είδα, άμα στον σφύριξα, άμα μας σηκώσαν τέσσερεις.
Κουμάσι όμως, φιλενάδα, και μεγάλο κουμάσι κι’ αυτός ο πατήρ Λαυρέντιος! Στο κελί του παντρεύτηκαν, είχε τάχα μου και αντιρρήσεις ο τράγος, και μάλωσε τον Ρωμαίο για τα «ευμετάβλητα αισθήματά του», σκατά λέω εγώ! Αυτός τον έδιωξε να πάει εξορία στην Μάντουα, αυτός σχεδίασε τον ψεύτικο θάνατο, αυτός της έδωσε το βοτάνι, γιατί κάνω πως ξεχνάω εκείνο τον μονόλογο, που άμα ήμουνα λογοτέχνα θα σούλεγα πως πρόκειται για καθαρό προϊδεασμό για το ποιος έφτιαξε, σιγά μην το αγόραζε ο λίγδας, το βοτάνι, αυτός γράφει το γράμμα που δεν έφτασε ποτέ στον Ρωμαίο, απ΄ αυτόν πήραν τις εξηγήσεις οι γονιοί για το τι συνέβηκε και βρήκαν τα παιδιά τους σαν παρκετόπανα απλωμένα να στεγνώσουν, αυτός τους θάβει! Σαν πολλές οι συμπτώσεις φιλενάδα, όχι σε τα μας αυτά, σε παρακαλώ, όχι σε τα μας!

Άσε με τώρα κι’ έχω να ξεσκατώσω όλο το παρεκκλήσι, σαν απόπατο το κάνανε, σαν απόπατο, ο ένας ξέρναγε με το δηλητήριο κι’ άλλη μαχαιρωνότανε, άσε με σε παρακαλώ, γιατί φτωχειά φτωχειά, αλλά, η καθαριότης είναι μισή αρχοντιά. Άντε τώρα, καλημέρα, έχε το νου σου μη πατήσεις τα σαπισμένα τα λουλούδια δω απόξω και σε κλάψουμε και σένα…

ΠΕΝΕΣ ΜΕ ΚΙΜΑ

Posted: Μαΐου 18, 2017 in φλυαρίες...

Είχε μείνει λίγος, τι λίγος δηλαδή ήτανε κανα κιλό κιμάς που είχε μείνει από τις απόκριες, τον είχε στην κατάψυξη, λέει ας μην τον πετάξω, θάρθουν οι κουμπάροι, ρίχτον στο τσουκάλι, ένα πιάτο φαί θα βγεί, θα φέρουν και κείνοι την τυρόπιτα με το φύλλο το πατσαβούρι που τόχουν και περί πολλού, λες και κάνουν το σπουδαίο φαγητό, τη βγάλαμε την υποχρέωση. Έλα μου όμως που ο κιμάς είχε μαυρίσει από την πάντα που ακούμπαγε στο ψυγείο, είχε μαλλιάσει ο στόμας της, πες ρε Μήτσο στον μάστορα να χαμηλώσει την ψύξη, πάρε τώρα και μισό κιλό κρασί κόκκινο να κρύψει το χρώμα, τι ώρα είπανε θάρθουν; Έρχονται και νωρίς και πρέπει να βγάζει και μεζέ και τσίπουρο, και μετά την πιάνει ύπνος και θέλει να κοιμηθεί και πλακώνονται οι άλλοι σε κάτι εκατόμπαλα μπουκιές και τους βλέπει να τρώνε, ο κουμπάρος μασάει με ανοιχτό στόμα, και της έρχεται αηδία, να θέλει να κοιμηθεί και κείνοι μόλις να ξεκινάνε να τρώνε, και μετά να τρώνε και παγωτό και καταΐφι και νεραντζάκι πάνω σε γιαούρτι ταψιού, πού είναι τα μακαρόνια; Πίσω πίσω πέσανε πάλι, πίσω απ΄τα κορν φλέηκς του μικρού, πού είναι γαμώ το μπελά της μέσα; Ρύζι είναι αυτό, εδώ ήτανε τα παξιμάδια και τάψαχνε για τη σαλάτα προχτές το βράδυ, βγάλτα έξω να σπάσει δυό τρία να πληθύνει το μαρούλι, πού είναι γαμώ το μπελά της τα μακαρόνια επιτέλους;;; ένα πακέτο μόνο; Ένα πακέτο μόνο, πάλι καλά είναι θα φάνε λιγότερο αυτή με το μήτσο, τι είναι τούτο; Πένες; Πένες ρε πούστη μου γαμώ τη μονμπλάνκ μέσα, πένες;;; πού είναι τα σπαγγέτια; Τελειώσανε; Παίρνει το μήτσο τηλέφωνο, πού να ξέρω γω πότε τελειώσαν τα σπαγγέτια, ξέρεις ρε παπάρα λέει μέσα της, προχτές που είχε μπάσκετ μου τα τελείωσες και τώρα θα κάνω πένες, πένες ρε, πού ακούστηκε πένες με κιμά;;; Ποιος βλάχος είναι κάτω από μένα μετά τις πένες με κιμά;;;; όλοι αφ υψηλού θα με κοιτάνε, κανένας βλάχος, κανένα τυρόβλαχο, κανένας τσομπανογιεγιές πιο κάτω από μένα, ξύνω πάτο στην βλαχαδεριά μέσα και βρίσκω τον εαυτό μου, σκέφτηκε. Άει στο διάολο άνοιχτο το ρημάδι το κρασί το καλό δεκαπέντε ευρώ το μπουκάλι, ξέρεις πόσα πακέτα σπαγγετίνι θα αγόραζε με δεκαπέντε ευρώ; Πολλά πακέτα πολλά πακέτα και τότες ποιος θα ντης έλεγε μακαρόνια με κιμά φτιάχνεις αγάπη μου, καλά κάνεις, αλλά τώρα πένες με κιμά;;;; ούτε ο γεννήτορας των βλάχων από μέσα μολδοβλαχία και βλαχοτομάρεβιτς γωνία δεν τολμάει να ονειρευτεί πένες με κιμά!!! Κάτσε φάε κουμπάρε πένες με κιμά και να λέω εγώ μετά γιατί φέρανε του παιδιού δώρο πάζλ δεκαπέντε τεμαχίων, κοτζάμου μαντράχαλος να του φέρνουνε πάζλ με τη ραπουνζέλ και δεκαπέντε τεμαχίων προσχολικής, τώρα θα ξέρω τι να περιμένω, σετάκι πηρουνάκι κουταλάκι μαχαιράκι με χελωνονιντζάκια, δεκάξι χρονώ μαντράχαλος θα με ρωτάει μαμά είναι χαζός ο νονός, και τι να του λέω εγώ, όχι παλλικάρι μου, αλλά ούτε οι πένες με κιμά είναι φαγητό, τι να κάνουμε έτσι τάφερε η μοίρα, μαμά είμαι υιοθετημένος θα ρωτάει το παιδί και τι να του πω, ναι θα ντου πω, να μη με νομίζει καμμιά βλάχα που φτιάχνω πένες με κιμά, από πένες με κιμά και βλάχα, καλύτερα υιοθετημένος και αγαπημένος…

ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΟΣ

Posted: Μαΐου 15, 2017 in φλυαρίες...

Είναι αυτή η πολιτεία, μέσα στον βράχο, όροφοι ολόκληροι, υπόγεια, ταράτσες, αυλές, κήποι, πάρκα, δρόμοι, είναι όλα μέσα στον βράχο. Από άπειρες μικρές τρύπες μπαίνει το φως του ήλιου. Οι νεκροί σπρώχνονται έξω από ανοίγματα, τοποθετούνται μέσα σε κυλινδρικές σφραγισμένες θήκες και σπρώχνονται έξω, όπου μετά από λίγο αναφλέγονται παράγοντας μεγάλες θερμοκρασίες, αδύνατον να βρεις οποιοδήποτε ίχνος του νεκρού. Έτσι, δεν ξέρουμε καν πώς μοιάζουν, ξέρουμε όμως πως καταλαβαίνουν την δικιά μας γλώσσα. Δεν έχουν απαντήσει ποτέ, συνεργάζονται όμως όταν χρειαστεί τα οχήματά μας να περάσουν πάνω από τον βράχο τους, αρκεί να περάσουν γρήγορα, να μην προλάβουν να δουν οι οδηγοί μας τίποτε.

Έτσι γίνεται: λίγο πριν ξεκινήσουν τα οχήματά μας να διασχίζουν τον βράχο βλέπουμε βέλη να φεύγουν με ταχύτητα από τις οπές εξαερισμού, μεγάλα, ίσαμε δύο ή και τρία μέτρα, ορισμένα με πυρακτωμένες μύτες. Αυτή είναι η προειδοποίηση, όσο πιο φιλική γίνεται από την μεριά τους, για να περάσουμε γρήγορα και να μην διανοηθούμε να σταματήσουμε ή να χαμηλώσουμε ταχύτητα. Ενδιαφέρον έχει η υφή του βράχου, που μας κάνει να υποθέτουμε ότι ο βράχος δεν υπήρχε αρχικώς, αλλά, πρόκειται για ένα κατασκεύασμα, μια προσθήκη αυτής της φυλής που έχωσε μέσα σε ένα υλικό άγνωστο σε εμάς ολόκληρη την πολιτεία τους. Πρόκειται δηλαδή για μια πόλη που χώθηκε στο υλικό αυτό μέχρι και τον τελευταίο όροφο των πολυκατοικιών της κι’ ακόμη παραπάνω, έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν κάποιος από τους κατοίκους να κουνήσει έστω το χέρι του στους απ΄ έξω, σε εμάς δηλαδή.

Υποθέτουμε πως το πολίτευμα είναι αυταρχικό και κατά καιρούς έχουμε ανεβάσει θεατρικά έργα με πολλούς προβληματισμούς γύρω από τους άγνωστους γείτονές μας, έχουν γραφτεί τραγούδια για αυτούς, υπάρχουν ακόμη και πιάτα στα ακριβά εστιατόρια εμπνευσμένα από αυτά που υποθέτουμε πως είναι διαθέσιμα στον βράχο. Στα σχολεία μας μάλιστα, έχουμε και μια προσευχή για τα παιδιά που γεννιούνται και μεγαλώνουν στον βράχο, κάτι σαν παράκληση για δύναμη στα παιδιά που δεν θα δουν ποτέ το φως του ήλιου. Στις προηγούμενες εκλογές μάλιστα έλαβε μέρος και το Κόμμα του Βράχου, που αντιμετωπίζει τον Βράχο σαν μια νέα θρησκεία, σαν ένα ιδανικό προς επίτευξη. Έχουμε βάσιμα στοιχεία ότι, αρκετοί από αυτό το κόμμα έχουν προσπαθήσει να επικοινωνήσουν με τους άλλους, τη φυλή του βράχου, και πολύ φοβόμαστε πως έχουν ήδη στα χέρια τους πληροφορίες για το πώς θα μπορούσαν κάποια στιγμή να δημιουργήσουν εδώ που ζούμε εμείς κάτι παρόμοιο. Για την ώρα δεν ανησυχούμε, το ποσοστό που πήραν στις εκλογές είναι μικρό, μόλις ένα τέσσερα τοις εκατό.

Παραξενευόμαστε με το ότι ποτέ δεν παρατηρούμε κανένα ίχνος δραστηριότητάς τους, είτε ψήνουν είτε δεν ψήνουν, είτε λειτουργούν μηχανές εσωτερικής καύσης είτε όχι, κανένας καπνός δεν βγαίνει από τις οπές εξαερισμού, καμμία λάμψη δεν έχει φανεί ποτέ. Οι πιο τολμηροί επιστήμονές μας έχουν προτείνει ένα σχέδιο ενσωμάτωσης των αποβλήτων μέσα σε υπόγεια ρεύματα νερού, τριγύρω όμως δεν υπάρχει ούτε θάλασσα, ούτε λίμνη, ούτε κάποιο ποτάμι όπου θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε ίχνη. Υπάρχει επίσης μια υπόθεση ότι ο βράχος ο ίδιος ενισχύεται με τα απόβλητά τους τα οποία επεξεργάζονται με κατάλληλο τρόπο, ο βράχος ο ίδιος δηλαδή, είναι τα κατάλληλα επεξεργασμένα απόβλητά τους. Στέκει αν το καλοσκεφτείς, στέκει η υπόθεση. Αυτό που δεν εξηγείται είναι ο τρόπος με τον οποίον ξεκίνησαν να κάνουν κάτι τέτοιο χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς. Πώς έχτισαν τον βράχο, πότε ξεκίνησαν. Οι άλλες απορίες είναι πολλές. Οι εποχές, η βλάστηση, το οξυγόνο. Για την ώρα χαιρόμαστε που δεν έχουμε κάποια ενόχληση από αυτούς, γιατί σκέψου πώς θα ήταν να βρεθούμε σε εμπόλεμη κατάσταση με τον λαό του βράχου. Θα βρίσκονταν αυτομάτως σε πλεονεκτική θέση, απρόσβλητοι από κάθε επίθεσή μας.

Να είμαι ειλικρινής, ο βράχος έχει ουσιαστικά στοιχειώσει την δική μας ζωή, εμάς όλους. Ζούμε πλάι σε κάτι ακατανόητο, με άγνωστους κατοίκους, που έχουν άγνωστη ισχύ, που κανείς δεν ξέρει από πού ήρθαν, ούτε και καμμιά λεπτομέρεια από την ζωή τους. Δεν υπάρχει κάτι στην ζωή μας που δεν γίνεται υπό την απειλή της σκέψης του βράχου. Χτίζουμε, για παράδειγμα, ένα στάδιο. Αυτομάτως η σκέψη είναι: έχουν άραγε στάδια εκείνοι; Ή, πώς θα χώραγε μέσα στον βράχο ένα τέτοιου μεγέθους στάδιο; Ή, το οξυγόνο που θα καταναλώνουν οι αθλούμενοι με πόσο οξυγόνο δικό τους να αντιστοιχεί; Και οι αθλητές οι ίδιοι όταν τρέχουν ποτέ δεν φτάνουν τα όριά τους, είναι ψυχολογικό είπαν οι γιατροί, ενδόμυχα επιβάλλουν στον εαυτό τους το να αθλούνται σαν να μην υπάρχουν αρκετοί διαθέσιμοι πόροι, σαν να πρόκειται μοιραία κάποια στιγμή να βρεθούν και οι ίδιοι εγκλωβισμένοι μέσα στον βράχο. Κατάλαβες τώρα γιατί ζούμε με αυτόν τον τρόπο; Όλοι μας λειτουργούμε υποσυνείδητα σαν να είμαστε η φυλή του βράχου αλλά έξω από αυτόν. Δεν υπάρχει λύση, τουλάχιστον δεν υπάρχει άλλη λύση από το να μάθουμε τον τρόπο να χτίσουμε και εμείς μια παρόμοια κατασκευή, εφ’ όσον ψυχολογικά είμαστε περισσότερο κοντά στην φυλή του βράχου απ΄ ό,τι είμαστε στην παρούσα κατάσταση. Είναι η μόνη λύση.

 

ΤΑΒΛΙ

Posted: Μαΐου 8, 2017 in φλυαρίες...

-Δεν ξέρω, απάντησε ο μουλάς, δεν ξέρω τι να απαντήσω, έτσι ακριβώς είπε, είπε δεν ξέρω στον παπά που τον κοίταζε με κατεβασμένα τα γυαλιά στην άκρη της κόκκινης μύτης του, μετά συνέχισε στην εφημερίδα, και ο μουλάς ρούφηξε μια γουλιά.

Φάνηκε να περνάει απ΄ έξω το λεωφορείο των τρεις και τέταρτο περνώντας μέσα από το τελευταίο ψιλόβροχο, και το ρούφηγμα του καφέ ενώθηκε με το φρενάρισμά του.

-Ούτε εγώ ξέρω, μουρμούρισε ο παπάς, τι να πω, περίμενα πως θα μπορούσες εσύ να με βοηθήσεις. Ο μουλάς κούνησε δεξιά αριστερά το κεφάλι του.

Η κόρη του γιατρού με τα ξανθοκάστανα μαλλιά μπήκε στην οθόνη της τζαμαρίας από δεξιά και βγήκε από αριστερά, και την ίδια στιγμή, με αντίθετη κατεύθυνση, πέρασε το τρίκυκλο του ρακοσυλλέκτη κατάφορτο με χαρτόνια που είχαν το ίδιο χρώμα με τα μαλλιά της μικρής.

-Αυτό τώρα, πώς το εξηγείς; ρώτησε ο μουλάς.

-Ποιο; σήκωσε ο παπάς τα μάτια πάνω του.

-Νόμιζα πως έβλεπες έξω.

-Δεν έβλεπα έξω.

-Καλά.

Ησυχία. Νωρίς για να ανάψουν φώτα, αργά για να τραβήξουν τις κουρτίνες. Ο μουλάς ή ο παπάς. Ο καφετζής ανεβαίνει για τον μεσημεριανό του, εκείνοι φυλάνε το μαγαζί. Δεν παίρνουν λεφτά από όσους μπαίνουν μεσημεριάτικα. Τόχουν μάθει ορισμένοι και έρχονται τέτοια ώρα. Τους φιλάνε το χέρι φεύγοντας.

-Είναι καλύτερα να μην έχεις εξηγήσεις για όλα.

-Ρωτάνε όμως. Κάτι πρέπει να λες.

-Πες, θέλημα Θεού.

-Το κάνουν και μόνοι τους αυτό, το κάνουν και μόνοι τους, και μετά σταματάνε να ρωτάνε, σταύρωσε τα χέρια ο μουλάς.

-Εγώ λέω θέλημα Θεού είτε ρωτάνε είτε όχι.

Το κοπάδι του Γιάννη πέρασε για ώρα μπρος από το μαγαζί, φρεσκοκουρεμένα, κεφάτα, χοροπηδηχτά, όσα την γλίτωσαν φέτος, γιατί είχε αρκετή ζήτηση, ανέβηκαν αρκετοί από την πόλη, γεμίσαν τα καφενεία, ωραία ήταν.

-Και γιατί λες πως σου είπαν δεν πρέπει να παίζεις τάβλι;

-Γιατί είναι η καταγωγή του από τα μέρη σας, από κει κάτω. Υποθέτω δηλαδή, δεν έχω σιγουριά γιατί να μην πρέπει να παίζω τάβλι, δεν υπάρχει άλλη εξήγηση.

-Τα ζάρια, ίσως.

-Τα ζάρια, μπορεί.

-Δεν έχει εξήγηση η Τύχη.

-Δεν έχει.

-Το θέλημα του Θεού, δηλαδή.

-Πές το κι’ έτσι.

-Να μην παίζεις με τον Θεό, εννοώ πως μάλλον θέλουν να πουν.

-Το τάβλι έχει σχέση με τον Θεό, λες;

-Έτσι φαίνεται.

Ο παπάς σηκώθηκε και πήγε κοντά στον Αρίστο που τώρα μάζευε και είχε πέντε πούλια στο χέρι, κούναγε νευρικά το πόδι πάνω κάτω. Ο Μαχμούτ είχε δέκα μαζεμένα και κουδούναγε τα ζάρια στο δεξί, κοίταξε τον παπά:

-Τρίτο που του παίρνω, τρίτο, άειντε πες καμμιάν ευκή παπά, πες καμμιάν ευκή!

Ο παπάς πήγε κάθησε. Νάλεγε ευχή για να πάρει τέταρτο ο Μαχμούτ ή πρώτο ο Αρίστος; Δεν είπε ευχή. Γύρισε στον μουλά:

-Πήγαινε κει, δες, και έλα πες μου, είπε.

Ο μουλάς πήγε, κοίταξε λίγο, γύρισε, κάθισε με το χέρι στο γόνατο.

-Δίκιο έχουν. Δεν πρέπει να παίζεις τάβλι.

-Κι’ εμένα έτσι μου φαίνεται.

-Την έχει την αδικία μέσα του.

-Την έχει.

-Μεταξύ μας αυτό.

-Κι’ όλα τ΄ άλλα.

-Κι΄ όλα τ’ άλλα.

Όταν βγήκαν απ΄το καφενείο παρατήρησαν πως είχαν φορέσει ο ένας το καπέλο του άλλου.

ΠΟΛΕΜΟΣ

Posted: Απρίλιος 18, 2017 in φλυαρίες...

Να, αυτό είναι ο πόλεμος, δες εκεί, μου είπε και άπλωσε το χέρι του με ανοιχτά τα δάχτυλα και μούδειξε κάτι, δεν είδα, δεν κοίταγα προς τα κει, δες, αυτό πρέπει να αποφύγεις, εντάξει θα το αποφύγω είπα, μετά συνέχισε εκείνο που έκανε και εγώ κράτησα το κεφάλι μου στραμμένο αλλού, έφτυσε τις παλάμες του εκείνος, σιγούρεψε το κράτημα, ανεβοκατέβαινε ολόκληρος από τη μέση και πάνω, αναγκάστηκα σε λίγο να κοιτάξω προς τα κει που δούλευε, με είδε, δεν κατάλαβες, είπε, αυτό εκεί είναι ο πόλεμος, και εγώ επέμενα να βλέπω μια τρύπα μαύρη που από μέσα της έβγαινε μια γλυκερή μυρωδιά, μου πόναγε τα μάτια ο ήλιος, αυτό εκεί είναι ο πόλεμος και θυμήσου αν αντέξεις να μην τον κάνεις τον πόλεμο. Μα δεν μπορούσα να κάμω κάτι που δεν ήξερα, τι ήθελε; τι ήθελε κι όλο μου το ξανάλεγε; Δεν καταλαβαίνεις γιατί δεν την ξέρεις τη δύναμη ακόμη, είπε, κι απόθεσε το εργαλείο, πήρε να τραβάει από το χώμα κάτι κομμάτια ξύλα σαπισμένα, αυτό εδώ είναι η ειρήνη, είπε, καλά θάταν να καταλάβαινες αυτό τουλάχιστον, και μούδινε τα ξύλα να τα σωριάζω στην άκρη, δεν είναι όπως τα νομίζουμε, αλλιώς είναι, τ’ ανάποδο, ο πόλεμος είναι κει πέρα, και γω συνέχιζα να μην κοιτάζω, όσο πέρναγε η ώρα τόσο πιο φοβόμουν και δεν κοίταζα προς τα κει πέρα, σώριαζα μονάχα τα ξύλα που κάποιες σκλήθρες τους μου τρυπούσαν τα γάντια και με τίναζαν σαν ανεξήγητο ρεύμα, μετά σαπισμένα κομμάτια ύφασμα, πανιά σε αποχρώσεις του γκρίζου, ένα-ένα τα τράβαγε και μουρμούραγε ένα τραγούδι, δες τώρα και το τίποτε που όμως έχει κάτι από το να είναι τελείως τίποτε, και τράβηξε έξω εκείνα που πάσχιζε τόσην ώρα να φτάσει και που τώρα μου τάδινε για να τα βάζω με σειρά μέσα στο ξύλινο κουτί που στον πάτο του μετά από λίγο είχε μαζευτεί μια λεπτή στρώση χώμα. Τελειώσαμε κι έφευγα, χωρίς να το θέλω είδα πέρα από τον μαντρότοιχο ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο.