Είχανε στην κορυφή μια τούφα φύλλα, ήταν δηλαδή ένας ψηλός αδύνατος κορμός και στην κορυφή του αυτά τα κλαδιά. Τίποτε που να τους μοιάζει, αυτά τα δέντρα έμοιαζαν στον εαυτό τους, το ένα με το άλλο και όλα μεταξύ τους. Τριγύρω στον κορμό, πες για τριάντα μέτρα, ήταν τα αποκλάδια της τούφας που ανέβαινε προς την κορυφή, μοιάζανε με σκαλιά όπου μπορούσες να πιαστείς και να ανέβεις, από αυτά πιάστηκε δηλαδή και άρχισε να ανεβαίνει. Αν και οι γδαρμένες παλάμες του τον δυσκόλευαν αρκετά, μιας και όλα τριγύρω ήταν μουσκεμένα. Κι έτσι στη μέση, ας πούμε στα είκοσι μέτρα, λίγο μετά από την μέση, σκέφτηκε αν θα άντεχε το δέντρο το βάρος του όταν θα έφτανε στην κορυφή. Και σταμάτησε. Δίχως νάχει λαχανιάσει. Αλλά σταμάτησε.
Περίμενε ακίνητος.
Και περίμενε.
Και περίμενε.

Θα μπορούσε να χαζεύει το τοπίο για ώρα, δεν ήταν δύσκολο να σταθείς εδώ πάνω με τα πόδια και τα χέρια γαντζωμένα στα αυτοφυή σκαλιά και να θαυμάσεις το τοπίο αν φυσικά δεν είχες κάποιο άλλο πρόβλημα. Ωραίος τόπος με πολλά νερά και δέντρα.

Τα δέντρα εδώ δεν είχαν βαθειές ρίζες, του είπε ένας στο μαγαζί, δεν τις χρειάζονται, έχει τόσο νερό που δεν έχουν ανάγκη να πάνε βαθειά για να το βρουν. Κι’ έτσι άμα πιάσει κανένας δυνατός αέρας σωριάζονται κατά δεκάδες. Που δεν έχει δυνατό αέρα σχεδόν ποτέ, νερό ναι, πολύ, αλλά αέρα, τυφώνες, θύελλες δεν έχει ποτέ. Ούτε σεισμούς έχει εδώ πάνω, δεν θυμόταν να έχουν ζήσει ποτέ τους σεισμό. Τον ρώτησε μάλιστα ποια ακριβώς αίσθηση σου δημιουργεί ένας σεισμός, πώς είναι να γίνεται σεισμός;

Του εξήγησε πως τρέμει το έδαφος και τρίζουν οι τοίχοι. Ο άλλος τον κοίταζε χαμογελώντας, δεν μπορούσε να καταλάβει. Έπρεπε να τα εξηγεί και στους άλλους που δεν ήξεραν την γλώσσα και τους κοίταζαν στο στόμα ενόσω μίλαγαν, πράγμα χαζό να το κάνεις άμα δεν είσαι κουφός.
Και μετά;
Μετά σταματάει. Και μετά από λίγο έρχονται οι μετασεισμοί.
Και πάς σπίτι σου; Ρώτησε ο άλλος.
Δεν ξέρεις αν θα βρεις το σπίτι σου στην θέση του, εύχεσαι να μην έχει πλακώσει την οικογένειά σου, αυτό μόνο.

Μάλιστα, είπε ο άλλος. Εσάς η πεθερά σας μένει μαζί σας στο σπίτι σας; είχε ρωτήσει.

Δεν απάντησε αμέσως, προσπάθησε να καταλάβει την σύνδεση του ενός θέματος με το άλλο. Καμμιά φορά. Όχι όμως απαραίτητα.
Εγώ είμαι τυχερός που έχω πεθερά , είπε εκείνος χωρίς να μεταφράζει πιά στους άλλους που είχαν αλλάξει ήδη κουβέντα. Γιατί η γυναίκα μου όταν ήταν δεκαεφτά χρονών και της σερβίρανε μια φέτα γλυκό, για να την φάει την ξάπλωσε με το πλάι στο πιάτο. Και εδώ σε μας, είχε πει, είναι γρουσουζιά, μεγάλη γρουσουζιά να σου ξαπλωθεί η φέτα του γλυκού, γιατί δεν θα παντρευτείς ποτέ, έτσι λένε στα κορίτσια. Αλλά ανέλπιστα εντελώς γνώρισε εμένα, και η πεθερά μου που την είχε για σίγουρη γεροντοκόρη με έχει στα όπα όπα που πήρα την κόρη της και την γλίτωσα από τις συνέπειες μιας τόσο μεγάλης αβλεψίας.

Κατάλαβε τότε πως ο άλλος είχε συνδυάσει το ξάπλωμα της φέτας του γλυκού με το πέσιμο μιας πολυκατοικίας, λογικό φαινόταν να έχει σκεφτεί έτσι. Μπορεί και όχι όμως. Ίσως κάνουν διαφορετικούς συνειρμούς εδώ που τον χειμώνα φτάνει μέχρι και τους μείον τριάντα και ραγίζουν τα παπούτσια και σπάνε τα ρούχα από τον πάγο. Και που το ψηλότερο βουνό είναι τριακόσια εξήντα μέτρα. Αυτό που βλέπεις είναι πεδιάδες που διακόπτονται από ποτάμια, ρυάκια, λίμνες μεγάλες και άλλες μικρές χωρίς όνομα, σαν να έχεις σφουγγαρίσει και να μην έχει στεγνώσει καλά το πάτωμα.

Τα χέρια του έτσουζαν λίγο περισσότερο, τα είχε ερεθίσει ανεβαίνοντας. Θα έβαζε, αν είχε, κάτι λιπαρό να μονώσει το δέρμα, βούτυρο ίσως, που το έχουν σε περίσσευμα.
Αν δεν γλύστραγε τόσο ίσως ήταν υποφερτά, αλλά, κι ας σταμάτησε να βρέχει εδώ και ώρες, γλυστράνε τα πάντα και πρέπει να σφίχνει την λαβή του όσο περνάει η ώρα όλο και περισσότερο. Τώρα κοιτάζει το άλλο δάσος παραδίπλα, που και κείνο μοιάζει με τούτο δω και ανάμεσα στα δύο δάση μπορεί να δει αγροικίες απομονωμένες, δεν έχει χωριά σ’ αυτήν την χώρα, παρά μόνον κωμοπόλεις ή τέτοιες αγροικίες μόνες τους.

Ήταν το δέρμα γδαρμένο και ακούμπαγε η ματωμένη σάρκα πάνω στο βρεγμένο ξύλο, αυτός ήταν ο λόγος που έτσουζαν τα χέρια του πιο πολύ όσο πέρναγε η ώρα. Αν ήταν μακρυμάνικο το πουκάμισο θα ήταν καλύτερα αλλά αυτό βρήκε εκεί που έτρεχε, αυτό πήρε. Και δεν θα διάλεγε ποτέ καρό πουκάμισο, γιατί στις φωτογραφίες που ήταν με καρό πουκάμισο είχε την εντύπωση ότι το καρό του κατακερμάτιζε την προσωπικότητα σε μικρά τετράγωνα κομμάτια με διαφορετικά περιγράμματα.
Και τώρα οι φωνές ακούγονταν ξανά. Κάποια στιγμή θα ακούγονταν ξανά, αυτό τόξερε από τη στιγμή που σταμάτησε να τις ακούει. Έτσι κι’ αλλιώς δεν υπάρχει διαφυγή, που και αυτό το ήξερε από την στιγμή που άρχισε να τρέχει. Ίσως διάλεξε αυτό το δέντρο για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Μια αραιή τούφα φύλλων που δεν θα μπορούσε να τον κρύψει πάνω σε έναν κορμό που δεν θα άντεχε το βάρος του, που και αυτό το ήξερε όταν πιάστηκε για να ανέβει.
Σκυλιά δεν είχανε. Μόνον φωνές πλησίαζαν. Μένει ακίνητος κοιτάζοντας πάνω. Έχει αυτήν την εντύπωση πως, αν δεν κοιτάξει κάτω να τους δει δεν θα τον έβλεπαν ούτε εκείνοι, πράγμα που το κάναμε κάποτε όλοι μας, δεν κοιτάγαμε προς το μέρος εκεινών που μας έψαχναν παίζοντας κρυφτό. Δεν είχε δει ούτε γάτες στους δρόμους. Το πολύ κρύο, μάλλον. Τι να καταλάβεις από έναν ξένο τόπο μέσα σε λίγες μέρες.

Οι φωνές πλησίαζαν προς το δέντρο του, αναγκαστικά, δεν υπήρχε άλλος δρόμος, μικρά ρυάκια και λασπερές γούρνες με νερό σε ανάγκαζαν να τρέξεις από συγκεκριμένα περάσματα που τα έβλεπες μπροστά σου με ίχνη κανονικών διασκελισμών από ανθρώπους αυτής εδώ της χώρας που φυσικό ήταν να ξέρουν πώς να μην γλιστράνε στο έδαφος της ίδιας τους της χώρας. Τα χέρια του συνέχιζαν να τσούζουν, αφήνει εναλλάξ το ένα πρώτα και το άλλο μετά και τα φυσάει απαλά, να ανακουφιστεί έστω για λίγο, ό,τι κι’ αν γινόταν.

Θυμάται ότι και ως εδώ που είχε ανέβει το είχε κάνει χωρίς βιασύνη. Ανέβαινε αργά δηλαδή, σαν να ήταν η αναρρίχηση το στοίχημα και όχι η διαφυγή, σαν να μην ήταν αυτός ο ίδιος που του συνέβαιναν αυτά και τώρα μόλις ξύπναγε μέσα στην πραγματικότητα που ήταν τόσο παράδοξη ώστε τον ξανάριχνε στην προηγούμενη απάθεια.

Οι φωνές τώρα ήταν μόλις πριν το μικρό ανασήκωμα του εδάφους πριν το δάσος του. Μόλις θυμήθηκε πως ούτε κόκορα είχε ακούσει καμιά μέρα αν και ξύπναγε νωρίς, εξ’ αιτίας της διαφοράς ώρας πρέπει να ξύπναγε νωρίς, και κόκορα δεν είχε ακούσει, ούτε είχε δει και κοτέτσι όσες μέρες περιφερόταν στην ενδοχώρα. Η θάλασσα πόσο μαύρη ήταν του είχε κάνει εντύπωση, στον ορίζοντα μια μαύρη γραμμή εκεί που το γκρίζο της συναντούσε το γκρίζο του ουρανού, μια μαύρη γραμμή, πρώτα νόμισε πως ήταν η απέναντι χώρα, ακόμη πιο βόρεια, ακόμη πιο κρύα και σκοτεινή, μα όχι, του είπανε πως δεν φαινόταν η απέναντι χώρα, ήταν τέσσερεις ώρες μακριά, δεν μπορούσε να φαίνεται ακόμη και τις δέκα είκοσι μέρες που είχε καθαρό καιρό κάθε χρόνο.

Οι φωνές καθάρισαν τώρα, πρέπει να είχαν βγει στο ξέφωτο και να έβλεπαν το δάσος με το δέντρο του εμπρός τους στα πενήντα αυτά μέτρα, κρατήθηκε σφικτότερα, τα χέρια του δεν καταλάβαινε αν έτσουζαν, παράξενο αυτό, κοίταζε ένα γαλάζιο κομμάτι πάνω από τα σύννεφα, κράταγε την ανάσα του ενόσω οι φωνές πλησίαζαν, η άκρη του ματιού του πιάνει την κίνηση των ανθρώπινων μυρμηγκιών που σε λίγο θα είναι ακριβώς από κάτω του, κάποιος θα κοιτάξει πάνω, τώρα είναι από κάτω του, το χρωματιστό πουκάμισο ξεχωρίζει, κάποιος κοιτάζει πάνω τώρα, το καταλαβαίνει από την μία φωνή που υψώνεται πάνω από την οχλαγωγία που για λίγο σταματάει και ξαναρχίζει εντονότερη, βρισιές που δεν καταλαβαίνει, κατάρες ίσως, αναθέματα, χωρίς λόγο όμως, αφού είναι στα χέρια τους πλέον και η κατάρα συνήθως εξαπολύεται προς κάποιον που δεν μπορούμε να φτάσουμε, θα ήθελε να τους τόλεγε αυτό, να μάθαινε πώς σκέφτονταν και ίσως τότε καταλάβαινε και την αιτία όλης αυτής της φασαρίας που ξεκίνησε δίχως να το καταλάβει.

Και μετά ο πυροβολισμός• γνώριμος, σαν ένα κρακ από παιδικό πιστολάκι, από εκείνα που χτυπάνε μια χάρτινη κορδέλα που έχει στην σειρά φουσκάλες με απειροελάχιστο μπαρούτι, τέτοιο κρακ, παιδικό, ίσως πάλι να πέρασε για πυροβολισμό το σπάσιμο ενός κλαδιού, ίσως να μην είχε σημαδέψει καλά ο άλλος, η σφαίρα να πέρναγε δίπλα του, να διέφευγε από το σώμα του, να ταξίδευε προς εκείνο το γαλάζιο κομμάτι, γιατί δεν είναι πόνος αυτό που μόλις νιώθει, είναι πιό πολύ σαν μια σπρωξιά, ανέλπιστη, από κάποιον που δεν θα περίμενες ποτέ να σε φτάσει εδώ πάνω, πιό πολύ αυτό είναι και καθόλου πόνος, παράξενο αυτό, και τώρα συνειδητοποιεί πως δεν έχει λόγο πιά να κρατιέται, ανοίγει λοιπόν τα δάχτυλα, και αμέσως μετά, σχεδόν ταυτόχρονα, ξεσφίγγει τα πόδια, θα μπορούσε να κρατηθεί για λίγο ακόμα μα δεν υπάρχει λόγος πλέον, γέρνει, αρχίζει να πέφτει• και επιπλέον δεν θα άντεχε σε καμιά περίπτωση την αγωνία ενός ακόμη πυροβολισμού, το ενδιάμεσο των δεκάτων του δευτερολέπτου από το κρακ μέχρι την βίαιη ώθηση, εξάλλου αυτός που πυροβολεί είναι προφανώς δεινός σκοπευτής αφού κατάφερε να τον πετύχει με το όπλο που μέχρι σήμερα το πρωί ήταν δικό του, κειτόταν μέσα στον δικό του σάκο, ένα πιστολάκι τόσο δα με έξι μόνον σφαίρες μικρές σαν παστίλιες για τον λαιμό.

Για κοίτα να δεις πόσες σκέψεις χώρεσαν μέσα σε τόσο λίγα κομματάκια ενός δευτερολέπτου, σκέφτεται, παράξενο αυτό, το πόσο αργή μπορεί να φανεί η ζωή όταν έχεις πολλές σκέψεις σε τόσο λίγο χρόνο μέσα, θάθελε να το συζήταγε μαζί τους αυτό, να δει πώς σκέφτονται, να καταλάβει με ποιόν τρόπο θα μπορούσε να είχε αποφύγει όλο αυτό που συμβαίνει εδώ και μερικές ώρες (δύο μάλλον), γιατί αν όντως μακραίνει ο χρόνος όταν έχεις πολλές σκέψεις να του βάλεις μέσα, τότε υπάρχει αρκετός ακόμη μέχρι να φτάσει στο έδαφος, αλλά τελικά είναι αυτό το περίεργο γδάρσιμο στον φλοιό του δέντρου που πιάνει το μάτι του πέφτοντας, που μάλλον το έκανε ανεβαίνοντας με τα χοντροπάπουτσά του, που ούτε αυτά διάλεξε, απλώς τα βρήκε μπροστά του και τα φόρεσε βιαστικά, δυό νούμερα μεγαλύτερα, έσφιξε τα κορδόνια στον αστράγαλο για να μην του βγαίνουν, αλλά γλίστραγε κι’ έπεφτε συνέχεια στα χαλίκια και τις πέτρες που κρύβονταν μέσα στο χορτάρι, και αυτό το γδάρσιμο στον φλοιό μοιάζει με έναν γέρο που γελάει, έναν γέρο που έχει μούσι και γελάει, δεν προλαβαίνει να σκεφτεί όσα θάθελε, ο γέρος του παίρνει όλον τον διαθέσιμο χρόνο.

 

Advertisements

ΕΜΒΡΥΟ

Posted: Αύγουστος 29, 2017 in φλυαρίες...

«Συγγνώμη, να κάνω μια ερώτηση; Έχεις ξαναμπεί εσύ εδώ μέσα ποτέ, ξέρεις τίποτε, πώς είναι και τέτοια;»

Έτσι ξεκίνησαν όλα. Και γέλασα από την συνενοχή (όχι από αμηχανία) που ομολογούσε ο ένας στον άλλον έξω από την μαύρη μεταλλική πόρτα με το μικρό παραθυράκι και τα φώτα από νέον να φωτίζουν τα κεφάλια μας.

Τα κεφάλια μας.

Αρκούσε αυτή η ερώτηση για να γίνουμε παρέα, τα κεφάλια μας να ενώνονται κάτω από αδιαμόρφωτες συνθήκες, να είμαστε δύο που επιχειρούσαμε την ίδια εκτροπή, δύο που δεν είχαμε ξαναμπεί μέσα κει, που ζητάγαμε να ενθαρρύνει ο ένας τον άλλον για να κάνει το βήμα, να περάσει το κατώφλι του μαύρου. Μαύρο το φανταζόμουν πάντα. Ένα μαύρο που μέσα του γίνονται όλα και πνίγονται χωρίς καμμία κραυγή να ακουστεί. Είχα μια κραυγή για τέτοιες περιστάσεις, όταν κάτι μαύρο με ρούφαγε μέσα του και με φόβιζε μέχρι την απόλυτη γοητεία, μια κραυγή νοερή που με έφερνε πίσω στις κανονικές μου σκέψεις, μια κραυγή ικανή να εξορίσει το τέρας πίσω στο σπήλαιό του.

«Τελευταία φορά ήμουν φοιτητής, οπότε μην βασιστείς, έχουν αλλάξει τα πράγματα απ’ όσο ξέρω», είπα. Απ’ όσο είδα στο ίντερνετ, δηλαδή, ψάχνοντας κάτι να περάσω το Σαββατόβραδό μου, που να μην θέλει παρέα, να μην έχω να δώσω λόγο για την επιλογή μου, να μπορώ να κάνω αυτό που θέλω και να το ξέρω μόνον εγώ. Και αυτός. Δύο υπέροχα άγνωστοι, βολικά αδαείς, ξένοιαστα πενηντάρηδες. Τον είχα σκανάρει ήδη. Λίγο κρεμασμένο το δέρμα κάτω από το πηγούνι, ψιλές ρυτίδες γύρω από τα μάτια όταν γέλαγε, γκρίζες τρίχες χωμένες στα κοντά μαλλιά, σαν κι’ εμένα δηλαδή. Μια ανόμοια αντανάκλασή μου έτοιμη να με ακολουθήσει.

Σκέφτηκα ύστερα από καιρό: θα έμπαινε αν δεν ήμουν κι’ εγώ εκεί;

«Α, καλά, το ξέρω πως έχει αλλάξει, έχει ψωνιστήρι βασικά, όχι πως κινδυνεύεις απ΄ ό,τι μου είπαν κάτι φίλοι, αλλά, έχει διάφορους περίεργους. Όχι πως δεν είχε παλιά, αλλά τώρα είναι στέκι απ΄ ό,τι φαίνεται.»

Συμφωνήσαμε να μπούμε παρέα, «να δείχνουμε ζευγάρι για να μην μας κολλήσει κανένας».

Γελάσαμε.

Πληρώσαμε, περάσαμε στην αίθουσα που δεν ήταν τόσο σκοτεινή όσο την θυμόμουν ενώ ήταν και κατά πολύ μικρότερη, με καθίσματα και καναπέδες αντί για τις σειρές πτυσσόμενων καθισμάτων απέναντι σε μια οθόνη με προτζέκτορα όπου μια ταινία έπαιζε. Μια απόλυτη άνεση επικρατούσε σε αυτά που γίνονταν. Διασχίσαμε έναν διάδρομο. Στον κάτω όροφο τα πράγματα ήταν ακόμη πιο αλλιώτικα. Κραυγές, ήχοι σάρκας πάνω σε σάρκα, προστυχόλογα, γέλια, χλευασμοί, προτροπές. Βρεθήκαμε απέναντι από την ανοικτή πόρτα μιας καμπίνας μαζί με άλλους να παρακολουθούμε ένα ζευγάρι. Ήταν τελείως γυμνοί, χωρίς ούτε ένα ρούχο επάνω τους, μόνον τα παπούτσια τους, ο πιο μικρόσωμος σοδόμιζε τον άλλον για ώρα ή για ένα ατέλειωτο διάστημα όπως μας φαινόταν.

Ένας από όσους παρακολουθούσαν γύρισε και μας κοίταξε. Όταν στράφηκε προς το μέρος μας είδαμε το χέρι του μπροστά στο ανοικτό του φερμουάρ να πάλλεται μπρος πίσω. Βρεθήκαμε να κάνουμε το ίδιο, με έξαψη, χωρίς να κοιταζόμαστε, χωρίς να μας νοιάζει αν άλλοι μας κοιτάγανε, απόλυτα αδύναμοι στο βάρος του υπογείου.

Πρέπει να είχαν περάσει τουλάχιστον δύο ώρες όταν βγήκαμε. Ο ζεστός αέρας με χτύπησε στα κοκκινισμένα μάγουλα, για μια στιγμή σχεδόν μου σταμάτησε την ανάσα, απομακρύνθηκα γρήγορα από την πόρτα με το σακκίδιό μου περασμένο στον έναν ώμο. Το μισοδιαβασμένο βιβλίο και το μπλοκ σχεδίου ήταν ακόμη μέσα και αυτή η σκέψη μου έφερε ντροπή.

«Τρώμε κάτι;» τον άκουσα πίσω μου, «θέλω να φάω κάτι. Εσύ δεν πεινάς;» είπε σιγανά. Προσπάθησα να σκεφτώ αν πεινάω.

Ακούστηκε η μεταλλική πόρτα να ανοίγει και να κλείνει δυνατά στους μεντεσέδες της.

«Χωράω στην παρέα;»

Ήταν εκείνος. Που τον είχαμε μιμηθεί και τον είχαμε ακολουθήσει και μας είχε μυήσει σε όσα ήξερε σε μια ηλικία τόσο νωρίτερη από την δική μας, και τώρα ήξερε και εμάς όσο κανείς άλλος ποτέ πριν.

Ξεκινήσαμε να περπατάμε στα υποφωτισμένα στενά γύρω από την πλατεία Καραϊσκάκη για να βγούμε σε δρόμους με αποδεκτά ονόματα, χωρίς να αλλάζουμε ούτε κουβέντα, κοιτάζοντας μόνο μπροστά, πράγμα που ήθελε μεγάλη προσπάθεια.

«Το ξέρω πως δεν είσαστε ζευγάρι» είπε σε μια στιγμή που πλησιάζαμε στα φώτα. Σταματήσαμε απότομα και τον κοιτάξαμε αμίλητοι όπως βρέθηκε μπροστά μας. «Παντρεμένοι με την οικογένεια σε διακοπές δεν είστε; Πείτε την αλήθεια», μας κοίταξε με την αλαζονεία των ήδη βρωμισμένων στον κόσμο των καθαρών. «Αν αντέχετε δηλαδή να παραδεχτείτε πως κι’ εσείς είστε πουστράκια σαν κι’ εμένα. Κρυφοπουστράκια, που στο απέναντι πεζοδρόμιο θα κοροϊδεύετε εμένα και τους όμοιούς μου, τα μούτρα σας δηλαδή».

Σταματήσαμε να τον χτυπάμε όταν είδαμε το αίμα από το στόμα ή την μύτη του να έχει πιτσιλίσει αρκετά τριγύρω, κουλουριασμένος με τα χέρια γύρω από το κεφάλι, ένα έμβρυο πάνω στις βρωμισμένες από κάτουρα και ξερατά πλάκες του πεζοδρομίου, έμεινε εκεί χωρίς βογγητό, διασχίσαμε τον έρημο δρόμο σχεδόν τρέχοντας, έριξα μια ματιά πάνω απ΄ τον ώμο μου, δεν μπόρεσα να τον δώ.

Πέρασε ώρα για να αρχίσουμε να μιλάμε αφότου η ανάσα μας βρήκε τον κανονικό της ρυθμό.

Η πλατεία ήταν γεμάτη με κόσμο, τουρίστες ως επί το πλείστον. Στα πιάτα μπροστά μας είχαν απομείνει τα χαρτιά περιτυλίγματος που μέσα τους είχαν τα υπολείμματα από τις σάλτσες και το τζατζίκι, και δίπλα τους βρίσκονταν τσαλακωμένες νωπές χαρτοπετσέτες. Ο Αντώνης έπιασε με δύο δάχτυλα το ένα περιτύλιγμα, το έγειρε, το ασπριδερό ζουμί έτρεξε αργά στο πιάτο. «Σου θυμίζει κάτι;» ρώτησε και λυτρωθήκαμε με ένα γέλιο που ξέπλυνε τα πάντα.

Περπατήσαμε, ουσιαστικά τον ακολουθούσα όπου με πήγαινε, μιλάγαμε για όλα, δείχναμε ο ένας στον άλλον κάτι που ήξερε. Ο ηλεκτρικός είχε σταματήσει από ώρα, το Σύνταγμα έπεφτε μακρυά, θα έπαιρνα ένα ταξί από εκείνα που στέκονταν σε σειρά κατά μήκος της Ερμού. Τον είδα όμως να σταματάει απότομα μπροστά στη είσοδο ενός μικρού, περιποιημένου ξενοδοχείου. Πλησίασα. Μου έδειξε μια διακριτική επιγραφή στην τζαμόπορτα που διευκρίνιζε πως το ξενοδοχείο ήταν φιλικό σε ομόφυλα ζευγάρια. Άνοιξε την πόρτα χωρίς να μιλήσει, μόνον όταν μπήκα κι’ εγώ στον προθάλαμο είπε γυρνώντας ψιθυριστά «Δεν έχω ταυτότητα μαζί μου» ύστερα έκανε ένα δυό βήματα «Μαλακία μου, πάντα την αφήνω μαζί με το δίπλωμα οδήγησης στον χαρτοφύλακα».

Έδωσα την δική μου. Ο Αντώνης με τα ξανθά μαλλιά και το ροδαλό δέρμα πέρναγε για ξένος, είπα πως την είχε αφήσει στο ξενοδοχείο στην Αίγινα που μέναμε, ας κράταγε τα δικά μου στοιχεία. Ο ρεσεψιονίστ συγκατένευσε χαμογελώντας στην οθόνη. «Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να γράψω τα στοιχεία του, έστω και αυτά που θα μου δώσει προφορικά». Δήλωσε Καναδός, έμενε στο Μόντρεαλ, σε έναν δρόμο με κοντό όνομα. Πρωινό από τις επτά και μετά. Όσην ώρα περίμενα την ταυτότητα το βλέμμα μου έπεσε στα παπούτσια μου. Ένας λεκές από αίμα είχε γλιστρήσει και είχε απλωθεί πάνω στο λευκό δέρμα.

Στο δωμάτιο υπήρχε σφουγγαράκι για παπούτσια. Γυαλιστικό.

Στις οκτώμισι κατεβήκαμε. Περίμενα πως δεν θα είχαμε διάθεση για συζήτηση, ίσως διστάζαμε να δούμε ο ένας τον άλλον στα μάτια, εδώ, ανάμεσα στο πρωινό φως και στους ήχους από τα πιάτα και τα φλιτζάνια πλάι στην μυρωδιά του κέικ και των κρουασάν.

Όχι. Η απουσία ενοχών με έκανε να ανησυχήσω για μερικά δέκατα του δευτερολέπτου.

«Θα ξαναπήγαινες;» ρώτησε ο ένας από τους δυό μας.

Δεν υπήρξε απάντηση.

Χαιρετηθήκαμε με χειραψία έξω από τον σταθμό του ηλεκτρικού με τον ήλιο να μας στραβώνει, δώσαμε και από μια ηλίθια ευχή για το υπόλοιπο του καλοκαιριού.

Ανηφόριζε τον πεζόδρομο ενώ χτυπούσα το εισιτήριό μου.

Έμεινα στην αποβάθρα με σκυφτό το κεφάλι. Κοίταξα το παπούτσι μου. Ένας θαμπός γκρίζος λεκές φαινόταν ακόμη. Ασυναίσθητα έτριψα το παπούτσι στην κοντή κάλτσα του άλλου ποδιού «όπως κάναμε στον στρατό» σκέφτηκα.

Χωρίς αποτέλεσμα.

Μια φράση από κάποιο βιβλίο ήρθε στο μυαλό μου, χωρίς αίτιο, ασύνδετη με τα γεγονότα, ανόητη: «Η σκέψη ενός ζωντανού πλάσματος μέσα στο νερό, μια τέτοια παγωμένη νύχτα, έκανε το γέρο ν’ ανατριχιάσει.»

Χτύπησε το κινητό.

«Καλημέρα, ξυπνήσατε;»

Είπε πως μόλις είχαν ξυπνήσει τα παιδιά, εκείνη ήταν ξύπνια από ώρα, την είχε ξυπνήσει η φίλη της η Αναστασία για να ευχαριστηθούν τον πρώτο καφέ στο νησί πριν σηκωθούν τα μικρά.

«Πήρα στο σπίτι και δεν ήσουν. Πού ξενοκοιμήθηκες, αλητάμπουρα;» είπε γελώντας.

«Με πήρε ο ύπνος στην τηλεόραση νωρίς, σηκώθηκα από τα άγρια χαράματα. Στο Μοναστηράκι είμαι, θα περάσω μια βόλτα από τα παλαιοβιβλιοπωλεία να βρω τίποτε να διαβάσω».

Βγήκα από τον σταθμό ξανά.

Τα μάτια μου έτσουζαν από την νύστα, το κεφάλι μου βούιζε. Βρήκα τελικά ένα αστυνομικό με πολλές σελίδες που είχα ήδη διαβάσει, πλήρωσα, μπήκα στον ηλεκτρικό με το εισιτήριο που είχα χτυπήσει προηγουμένως.

«Τι πήρες τελικά;»

Της είπα τον τίτλο και λίγη από την υπόθεση από το κλειστό βιβλίο που στο μεταξύ του είχα βάλει έναν σελιδοδείκτη τριάντα σελίδες πριν το τέλος.

Έμεινα καθισμένος, χωρίς να ανάψω φως, σε μια άβολη καρέκλα μέχρι που σκοτείνιασε, έβλεπα έξω τα φώτα να ανάβουν, κι’ από κάτω τους ελάχιστους διαβάτες να κατηφορίζουν, γυναίκες με καροτσάκια με περασμένη την τσάντα τους στα χερούλια, μηχανάκια με φαγητά να σταματάνε εμπρός σε πολυκατοικίες, τον ηλικιωμένο στο απέναντι μπαλκόνι να λύνει σταυρόλεξο στο φώς ενός πορτατίφ με μακρύ καλώδιο, κάποιον να ψάχνει τα σκουπίδια, ομιλίες από το καφενείο και την αντανάκλαση των φώτων του στην άσφαλτο. Ένας ασφαλής κόσμος. Πέταξα τα ρούχα μου δεξιά αριστερά, μπήκα στο μπάνιο χωρίς να ανάψω φως, ξάπλωσα χωρίς να σκουπιστώ και πάλι χωρίς να ανάψω φως. Κουλουριασμένος με τα χέρια γύρω από το κεφάλι, ένα έμβρυο πάνω στα καθαρά σεντόνια της κρεβατοκάμαρας. Έβαλα στο μυαλό μου την σκέψη ενός ξέθωρου λεκέ σε λευκό δέρμα και την άφησα εκεί μέχρι να με πάρει ο ύπνος.

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΒΕΛΟΝΑΣ

Posted: Ιουλίου 21, 2017 in φλυαρίες...

Πετρέλαιο. Πετρέλαιο θα έβαζε αν μπορούσε στην σύριγγα του τετρακόσια πέντε. Ανατρίχιασε στην σκέψη της ελαχιστότατης σταγονίτσας που ισορροπεί στην άκρη της βελόνας και που ποτέ δεν θα μπει στην ροή του αίματος, θα σπαταληθεί στην πρώτη επαφή με το δέρμα πάνω από την φλέβα που έχει γίνει λεπτότατο από την κορτιζόνη, θα φωλιάσει στον μικρό κρατήρα που δημιουργεί η βελόνα όταν σπρώχνει επίμονα το δέρμα λίγο πριν το τρυπήσει, και μετά θα τρέξει στην καμπύλη του μπράτσου μέχρι να απλωθεί τόσο ώστε να γίνει ένα απειροελάχιστο υγρό ίχνος, ένα δάκρυ χωρίς συγκίνηση που δεν έφτασε ούτε μέχρι το πηγούνι, μια σταγόνα καυσίμου που εξατμίστηκε πριν πέσει στο δοχείο, αυτά όλα στέκονται στην άκρη της βελόνας που εκείνη την κοιτάει, που βλέπει το φως να περνάει από μέσα της χρωματισμένο σε παλαιούς τόνους, έχει δουλειά όμως να κάνει, έχει δουλειά να γίνει, έχει δουλειά να τελειώνει.

Αύριο το απόγευμα το βιβλίο πρέπει να είναι έτοιμο και τώρα αρκετές σταγόνες από διάφορα υγρά το φθείρουν, διάφορα υγρά από τα οποία το πετρέλαιο είναι το πρώτο, και τώρα ακουμπάει την σύριγγα στην άκρη της σελίδας, πιέζει το έμβολο όσην ώρα η βελόνα διατρέχει το χείλος της σελίδας που ρουφάει το υγρό ανομοιόμορφα, αλλού μέχρι μέσα, αλλού επιφανειακά. Ακουμπάει την σύριγγα στο πλάι, το πετρέλαιο μυρίζει ανεπαίσθητα, ακουμπάει την σύριγγα στο πλάι και παίρνει εκείνην με το χρώμα, μαύρο συν μπλε συν κόκκινο, ανακατεύεις για πέντε λεπτά και προσθέτεις μια σταγόνα αραιωμένο κίτρινο με όρθια την σύριγγα και ανοικτό το έμβολο, την βλέπεις να διαχέεται αργά στο καφετί υγρό, μια λεπτή κίτρινη γραμμή να κατεβαίνει αργά, να κατεβαίνει αργά και μόλις φτάσει λίγο πριν το στόμιο βάζεις απαλά το έμβολο και ακουμπάς την σύριγγα σε οριζόντια θέση.

Το τετρακόσια πέντε. Γιατί σου ήρθε στο μυαλό; Γιατί σου ήρθε στο μυαλό; Πλησίασε την βελόνα στις άκρες μιας δέσμης σελίδων, πίεσε ελαφρά, ένιωσε εκείνον τον ερεθισμό της κρυμμένης μαρμελάδας που ανακαλύπτεις στις μύτες των εννιάχρονων ποδιών σου. Τι κάνεις τώρα; μετά από τόσες φορές γοητεύεσαι ακόμη από το χρώμα που χώνεται στην σελίδα εκεί όπου το πετρέλαιο ήδη τρυπωμένο του ανοίγει δρόμο διαλύοντάς το ελαφρά και σκορπίζοντάς το στις σελίδες; γοητεύεσαι από το χρώμα που βάφει τις καθαρές σελίδες; έχει φλέβες το χαρτί, φλέβες καθαρές, ολόστεγνες από κορτιζόνη, που ρουφάνε το χρώμα σε απρόβλεπτα δενδροειδή σχήματα, μικρά αλσύλλια στις άκρες των σελίδων που αρκούν για να δώσουν, ακόμη και χωρίς να γίνεται αντιληπτή η πολυπλοκότητά τους, την εντύπωση της παλαιότητας, της υγρασίας παρελθόντων χρόνων που διαπέρασε τόσες φορές το χαρτί μέχρι που εκείνο δεν άντεξε άλλο και άρχισε να γερνάει, να παίρνει το χρώμα της, το χρώμα της υγρασίας που τώρα απομιμείσαι με τόση λεπτότητα.

Η λεπτότητα. Η «λεπτότητα των κινήσεων που απαιτούνται για μια τέτοια δουλειά», είναι μια τέτοια, ή «η λεπτότητα της στάσης του όταν βάζει στην πάνινη τσάντα δίπλα του το τεχνητά παλαιωμένο βιβλίο», είναι άλλη μια τέτοια, αλλά καμιά τους, ούτε η μία ούτε η άλλη, έχει κάτι το τόσο ωμό και άμεσο με την λεπτότητα του δέρματος μετά από παρατεταμένη χρήση κορτιζόνης που χορηγήθηκε στον ασθενή του τετρακόσια πέντε για να ξεπεράσει το φαινομενικά απλό πρόβλημά του και που μετά από έναν χρόνο που μπαινοβγαίνει εκεί μέσα εξακολουθεί να υποφέρει.

Με την ίδια λεπτότητα που ετοιμάζει τα 150 χιλιοστογραμμάρια κορτιζόνης για το τετρακόσια πέντε, με την ίδια ακριβώς λεπτότητα, χωρίς ούτε τόσο δα λιγότερη, με την ίδια ακριβώς, φθείρει το βιβλίο. Ξύνει με την μύτη ενός κόφτη το χαρτί το δέσιμο τις ραφές τις σελίδες τις ίδιες, ξύνει με την κόψη του κόφτη το εξώφυλλο τις ακμές την ράχη, με ένα βαρύ σφυρί με λεπτή μύτη χτυπάει το εξώφυλλο τις σελίδες τις ίδιες τις ακμές την ράχη, με ένα παχύ πινέλο περνάει με ελαφρύ διάλυμα τσαγιού όλες τις σελίδες μία προς μία, με ένα λεπτότερο πινέλο περνάει με υπέρκορο διάλυμα τσαγιού τις μασχάλες των σελίδων και άλλα συγκεκριμένα σημεία που μόνον αυτή ξέρει, το στεγνώνει στον ίδιο θερμό αέρα που στεγνώνει τα μαλλιά της, το σκουραίνει, ενηλικιώνεται το βιβλίο ενόσω εκείνη σκέφτεται το τετρακόσια πέντε, ενηλικιώνεται και αποκτά δυσανάλογη αξία, ενηλικιώνεται η ίδια, φθείρει τον εαυτό της με την πράξη της αυτή, με την δέσμη των πράξεών της που έχουν σαν αποτέλεσμα την δυσανάλογη αύξηση της αξίας ενός συνηθισμένου βιβλίου, και την ίδια ώρα απορεί.

Λέει γιατί δυνατά, σχεδόν ουρλιάζοντας μέσα στο μυαλό της, αντηχεί ο νους της, αντηχεί περιμένοντας την υποτακτική που κουβαλάει συνήθως μαζί του αυτό το μόριο. Ακούει την ηχώ της σκέψης της. Την ακούει σε απόλυτη σιγή.

Βλέπει μετά. Βλέπει τον εαυτό της ξάγρυπνο να κατεβαίνει στον σταθμό με τα παλαιοπωλεία, βλέπει τον πλανόδιο μουσικό στην γωνιά του με την πάνινη τσάντα δίπλα του, ναι, λοιπόν, είναι η ίδια από τότε που τον θυμάται στην δευτέρα λυκείου, και εκεί μέσα θα πάει να φωλιάσει για δύο ή τρεις ώρες το βιβλίο της, δικό της είναι, ναι, έτσι είναι πλέον, δικό της, αυτή διαμόρφωσε τον χαρακτήρα και την αξία του.

Οσμίζεται τον αέρα φορτωμένο καυσαέριο, διασχίζει τον δρόμο, οσμίζεται ούρα από χτεσινές νύχτες, οσμίζεται την άσφαλτο που αποβάλλει την ζέστη της μέρας, οσμίζεται αντηλιακό από σώματα τουριστών, προσπαθεί να αντιληφθεί αυτόν που είναι το θύμα τους, θα έχει λευκό δέρμα, σχεδόν διάφανο, που χρειάζεται ισχυρό δείκτη προστασίας, θα βαδίσει προς τον μουσικό. Εκεί στέκεται για λίγο προσποιούμενος ενδιαφέρον, μετά γονατίζει αργά και κοιτάζει τον ενισχυτή, διατρέχει την φθαρμένη επιφάνειά του, ρωτάει κάτι, ο τίτλος ενός τραγουδιού, ναι, το ξέρει, θα το παίξει αμέσως έναντι ευτελούς ποσού, ο μουσικός μιλάει και ταυτόχρονα ανοίγει την τσάντα κοιτάζοντας πέρα, βγάζει ένα πακέτο τυλιγμένο σε πλαστική σακούλα, παίρνει μια χειραψία με κάμποσα χαρτονομίσματα, παίζει το τραγούδι, παίζει ενόσω εκείνη ρουφάει την πρώτη γουλιά από το ποτό της στο απέναντι μπαρ και βλέπει. Βλέπει τον τουρίστα να σηκώνεται αργά και να βαδίζει προς την πλατεία, τον βλέπει να μην χάνεται στον κόσμο, αυτός που εξαπατήθηκε από αυτήν που ρουφάει άλλη μια γουλιά ποτό, που ακούει το τραγούδι που ζήτησε εκείνος, ακούει τον συμμαθητή της να το παίζει, ακούει τον ήχο που κάνει το καλαμάκι ανάμεσα στα παγάκια. Σηκώνει το χέρι στο νεύμα του άλλο ένα.

Την άλλη μέρα ο ασθενής δεν είναι στο τετρακόσια πέντε. Δεν έχει πεθάνει, μαθαίνει. Δυστυχώς. Η κορτιζόνη σε αδιάκοπες δόσεις από την άκρη της βελόνας συνεχίζει να λεπταίνει το δέρμα του, το δέρμα του συνεχίζει να λεπταίνει, μέχρι που θα γίνει διάφανος ο ίδιος, ένα διάφανο έμβρυο που θα μπορεί να εξαπατά τους πάντες γύρω του, να τους εξαπατά με μια διαδικασία αντίστροφη της τεχνητής παλαίωσης που μόνον εκείνη ξέρει. Ξέρει;

ΟΜΗΡΟΣ

Posted: Ιουλίου 19, 2017 in φλυαρίες...

Θα το εξομολογηθώ χωρίς φόβο, έχω μια εικόνα ενδιαφέρουσα που μπορεί να γίνει ωραίο διήγημα και όλοι οι τρόποι που δοκίμασα να το ξεκινήσω είναι αηδιαστικοί σαν περπατημένα πεζοδρόμια, σαν πλάκες πεζοδρομίου φθαρμένες, σπασμένες, στραβοκολλημένες. Δεν είναι λογοτεχνία αυτό, είναι αυτό ακριβώς που αισθάνομαι όταν χρησιμοποιώ χιλιοχρησιμοποιημένους τρόπους. Φθορά, στασιμότητα, την εκβιασμένη εκφορά λόγου μιας κακοπληρωμένης καθημερινής στήλης σε εφημερίδα, αυτό περίπου νιώθω, σαν να ξεπουλάω, να εκδίδω τις ιδέες μου για άμεση αποδοχή, επιβεβαιωμένη, στατιστικά μετρήσιμη. Στεκόταν πάνω από τον τάφο του πατέρα του, με μαύρο παντελόνι και μαύρο πουκάμισο, έχοντας φαλακρό κεφάλι και μούσι σχετικά πυκνό και γκρίζο, γκρίζο σαφώς, και φόραγε επιπλέον και ένα μακρύ φουλάρι, αν λέγονται φουλάρια αυτά τα μακριά λεπτά απαλά υφάσματα που τυλίγουν με διάφορους τρόπους γύρω από τον λαιμό ακόμη και το καλοκαίρι ορισμένοι άνθρωποι, που θέλουν να τηρούν ένα στιλ. Αυτό το είδα όντως το Σάββατο δίπλα μου, έξι τάφους παραπέρα για την ακρίβεια, ήταν ένας τέτοιος με γυναίκα και παιδί. Κρατάω τον τέτοιον και δεν αναφέρω τίποτε για την γυναίκα και το παιδί, εξάλλου το παιδί είχε εκείνη την εξοργιστική απάθεια των δεκάχρονων που εξαναγκάζονται σε πένθιμη συμπεριφορά και πρέπει να θυμούνται να μην πιάσουν χώματα από το νεκροταφείο και να βγάλουν τα παπούτσια τους πριν μπουν στο σπίτι. Η γυναίκα ήταν με βαμμένα ξανθά μαλλιά και τεράστια γυαλιά ηλίου, ασαφής παρέμεινε για όση ώρα την εκοίταζα, τι να πω λοιπόν γι’ αυτήν, να εφευρίσκω χαρακτήρα και συμπεριφορά και λεξιλόγιο; Δεν το κάνω. Απομονώνω τον μαύρο και περιμένω. Παίρνω και ένα ποτιστήρι από δίπλα και το γεμίζω με νερό να ξεπλύνω λίγο το μάρμαρο γύρω γύρω, είμαι στον τάφο συγγενούς και δεν κλαίω, όταν μούρθει να κλάψω κοιτάζω τάφους που έχω εντοπίσει και έχουν κάτω τους νεαρούς, εικοσιδύο, εικοσιπέντε χρονών και λέω προς τον συγγενή, πάλι καλά, κοίτα κάτι ηλικίες, και δεν κλαίω. Ξέρω τώρα πως αν γυρίσω είκοσι γραμμές παραπίσω να διαβάσω αυτά που έγραψα θα αναγνωρίσω εκείνο το στυλάκι μου που τόχω βαρεθεί και θέλω να απεμπολήσω. Και δεν μπορώ γιατί μούχει γίνει μια ευκολία. Στο βάθος τώρα είναι δύο γριές, η μία είναι αδερφή της άλλης ή η άλλη είναι αδερφή της πρώτης, μοιάζουν πολύ, και όχι μόνον μοιάζουν αλλά δεν είναι και σαφές ποια στηρίζει την άλλη και ποια στηρίζεται στην άλλη. Άλλη. Τρεις φορές για να τελειώνουμε και με αυτόν τον κανόνα. Νάτο πάλι το στυλάκι. Ουφ. Κανονική ανάσα που μόλις έβγαλα και από το στόμα και από το πληκτρολόγιο. Οι δυό γριές φοράνε μαύρα γυαλιά σαν εκείνης της γυναίκας του μαύρου που δεν την βάζω στο διήγημα. Τεράστια, σκούρα, δεν καλοβλέπουν κιόλας, πώς είναι σίγουρες πως θα πάνε στον σωστό τάφο; Και σταματάνε πάνω από έναν τάφο που ποιόν να έχει μέσα; Για πατερομάνες δεν το κάνω γιατί θα τους έχουν σηκώσει, εδώ είναι το φτηνό μέρος του νεκροταφείου που βάζουν και βγάζουν, δεν έχει οικογενειακούς τάφους χορταριασμένους περιμετρικά και με αγγελάκια με υψωμένα χέρια ή σκεφτικά να κοιτάνε την πλάκα με το όνομα, και με γάτες να κρέμονται από τις κολώνες. Αυτές οι γάτες στα νεκροταφεία με ανατριχιάζουν σχετικώς με το τι τρώνε. Αν και τις ταΐζουν, έχει κάτι πλαστικά στραβωμένα από την ζέστη που έχουν μέσα αποφάγια. Άντε τώρα να ξαναγυρίσω στο θέμα. Οι δύο γριές έχουν πάει να δουν μια κάποια που της έχουν και μια υποχρέωση συναισθηματική ή μπορεί να θέλουν να την πιάσουν πόρτα για μετά που θάναι η σειρά τους, και ψάχνουν παπά για να πει μιαν ευκή, όπως λένε συνήθως εκείνα τα πέντε δέκα λόγια που μουρμουράνε, κάτι για δόξα και πλούτο που δεν παραμένει και δεν συνοδεύει η δόξα στον άλλον κόσμο, και τσαλακώνουν το εικοσάευρο με μια προσήνεια που είναι αξιοθαύμαστη και το βάζουν στο ράσο. Είναι κάτι νεκροπαπάδες που αυτό κάνουν όλη μέρα, περιφέρονται ανάμεσα στους τάφους με το καλυμμαύχι στο λαιμό και έχουν εξαιρετική ακοή και ακούν πάνω από τους θρήνους ένα Πάτερ! Πάτερ! ή και περισσότερα και πάνε σκυμμένοι όχι από ευλάβεια, αλλά έτσι σκύβουν οι παπάδες που λένε ευχές, σκύβουν διαρκώς για να μην το κάνουν ξαφνικά όταν λένε την ευχή πάνω από τον τάφο και φαίνεται σαν να το κάνουν έτσι για το καθώς πρέπει. Δεν είναι ωραίο να βλέπεις τον παπά να παίζει θέατρο. Έχασα την συνοχή του κειμένου εντελώς. Που και αυτό είναι στυλ, αλλά, το καταλαβαίνεις εύκολα και λες, έλα ρε μεγάλε, τόχουμε ξαναδεί, κάνε κάτι άλλο. Οι γριές λοιπόν ψάχνουν παπά για την φίλη τους την πεθαμένη. Αλλά σαββατιάτικα ντάλα καλοκαίρι δεν έχει παπάδες. Πέφτει της μιας το μάτι πάνω στον μαύρο που θυμάστε από πριν, είναι ισχυρή φιγούρα, ειδικά με τα γυαλιά ηλίου με τον γυαλιστερό σκελετό που μόλις του φόρεσα, και φωνάζουν με υψωμένα χέρια, το δεξί η μία το αριστερό η άλλη, Πάτερ! Πάτερ! Εδώ! Εδώ! Που το εδώ μοιάζει σαν να φωνάζεις σκυλί που απομακρύνθηκε η μυρίζει τα απαυτά κάποιου άλλου περαστικού σκύλου που ποιος ξέρει τι αρρώστεια κουβαλάει, αλλά έτσι έχω ακούσει να φωνάζουν, νάτο πάλι το στυλάκι, μούχει σπάσει τα νεύρα αυτή η κακή μου συνήθεια να τα κάνω όλα ίδια τα κείμενα. Πώς περιμένω να το σταματήσω αφού την στιγμή που το λέω πάω και το ξανακάνω; Μπορεί και να μην μπορώ. Μπορεί. Ο μαύρος τις κοιτάζει και δείχνει τον εαυτό του στο στήθος, και κείνες λένε, ναι πάτερ, ελάτε μετά κι’ από δώ σας παρακαλώ! Το σας παρακαλώ το λένε και οι δύο μαζί και δεν λέει η μία τους σας παρακαλούμε, γιατί μιλάνε παράλληλα και τέλος πάντων εκείνη με την δυνατότερη φωνή παίρνουμε υπ όψιν μας εμείς και γράφουμε ό,τι λέει. Τι πάτερ λένε οι μαλακισμένες, σκέφτεται ο μαύρος, και συνεχίζει να καθαρίζει τον τάφο του, της δικής του ευθύνης εννοώ, αν και θα ήταν ωραίο να έφτιαχνα ένα διήγημα που μετά από χρόνια αυτός πεθαίνει και θάβεται στον τάφο αυτόνα τον ίδιο που τον έχει ήδη περιποιηθεί από τώρα. Οι γριές όμως, νομίζουν ότι ο νεκρόπαπας τις περιφρονεί, πως νομίζει ότι δεν έχουν λεφτά να δώσουν, πως θα του δώσουν κάτι για μια μπίρα και δεν αξίζει τον κόπο, μια μπίρα για τόση ζέστη. Και συνεχίζουν να φωνάζουν να πάει αλλιώς θα βάλουν ανακοίνωση στα μεγάφωνα, ο πατήρ Αντώνιος στο τετρακόσα δύο και δεν θα είναι προς τιμήν του, αυτές τα σκέφτονται αυτά, δεν τα λένε και όλα, αλλά χειρονομούν εντόνως και αυτός βγάζει τα γυαλιά για να δει καλύτερα και του κουνάνε ένα πενηντάευρο, τώρα το βλέπει καθαρά. Πάει προς τα εκεί για να σταματήσουν να φωνάζουν πράγμα το οποίο πετυχαίνει με τα πρώτα του βήματα. Οι γριές φτιάχνουν τα φορέματά τους που είχαν ανασηκωθεί, και τι να δεις δηλαδή, κάτι εσώρουχα τρία νούμερα μεγαλύτερα, δεν αξίζει τον κόπο εκτός κι’ αν πάει το μάτι από μόνο του οπότε θα φύγει και γρήγορα. Το ξέρω, το ξανάκανα το στυλάκι, συγγνώμη, μου φεύγει και μου χαλάει την ιδέα. Τόπα παραπάνω πως θα την χαλάσω την ιδέα, τόπα και λες και το κάνω επίτηδες για να μου δώσω δίκιο, θα βρεθεί κάποιος να πει, το κάνει δήθεν σαν λογοτεχνικό ύφος, δεν το κάνω, απλώς έχω κολλήσει με αυτό το στυλ, τελειώνω το κείμενο όσο γίνεται γρηγορότερα γιατί δεν έχω άλλον τρόπο να σταματήσω αυτό το στυλ παρά σταματώντας να γράφω. Πάει ο μαύρος λοιπόν κοντά, στα πρώτα βήματα έχει αποφασίσει να περπατήσει ωσότου δουν πως δεν είναι παπάς και να τελειώνει, μετά όμως που πλησιάζει και κεινες εκεί το βιολί τους, πάτερ και πάτερ, και λέει κι’ αυτός που σκατά τον είδανε τον πάτερ;, τελείως στραβές είναι; ελάτε πάτερ λέει η μία, η άλλη έχει πάρει θέση με σταυρωμένα τα χέρια μπροστά στο πάλαι ποτέ πεδίον δόξης λαμπρόν, δεν ακούγατε τόσην ώρα, λέει η κοντινή, δεν είχα τελειώσει τέκνον μου λέει εκείνος, τι κάνεις ρε μαλάκα, λέει μέσα του και γελάει βήχοντας. Παίρνει θέση και η δεύτερη, κάνει αυτός έναν μεγαλόσταυρο από πάνου στην αρχή της φαλάκρας έως και λίγο κάτου από τα παπάρια του, λέει ένα που λένε όταν κάνουν τον σταυρό τους, μετά ρίχνει ένα πατερημό μασουλημένο, την κεκοιμημένη αδερφή ημών (Μαρίκα γράφει ο τάφος) Μαρίκα ανάπαυσον δέσποτα και ύπαγε οπίσω της σατανά, σε τόπο χλοερό σε τόπο αναψύξεως και συνεχίζει με κάτι άνδρα μοι ένεπε και έρως ανίκατε μάχαν, μασουλημένα και αυτά, οι γριές έχουν σκύψει το κεφάλι στο πλάι και έχουν κάνει στενοχωρημένα τα χείλια τους, ανάπαυσον δέσποτα ξαναλέει, ανάπαυσον και κάνει έναν μεγαλόσταυρο ακόμη και σταματάει. Τον κοιτάνε οι γριές, κάνει εκείνος ένα νεύμα να μην μιλήσουν και κάνει πως μουρμουράει μια ευχή ψιθυριστά. Ξαφνικά, ολορθώνεται κάνει έναν ακόμη σταυρό και λέει να ζήσετε να την θυμάστε, υγεία νάχετε, τι υγεία νάχουν δηλαδή, φάρμακα νάχουν και βλέπουμε, πάει να του ξεφύγει ένα και στα δικά σας, κρατιέται, βήχει, δίνει το χέρι στην γριά, εκείνη του βάζει το πενηντάρικο μέσα, σκύβει και του το φιλάει κιόλας, εξουσία, για μια στιγμή νιώθει εξουσία, σαν ταινία με καρδινάλιο που του φιλάνε το χέρι, αυτός όμως με τα μαύρα νιώθει περισσότερο νίντζα, και δεν υπάρχει νίντζα-καρδινάλιος, καρδινάλιος για σήμερα μόνον, να, από δω μέχρι την στροφή που είναι ο οικογενειακός τάφος με το πράσινο μάρμαρο, και μετά νίντζα να δουν τα μάτια σου… Τρομάζει όμως, τρομάζει γιατί η μία η γριά κάνει πως πέφτει, ώρα είναι να με βρει κανένας μπελάς, σκέφτεται, κάνει να την πιάσει, απλώνει το χέρι η γριά, σαν να ήταν από τώρα στον τάφο αυτό το χέρι, σαν να σηκώθηκε η γριά για λίγο μόνον από κει μέσα και ξαναμπαίνει σούμπιτη μόλις τέλειωσε το ίδιο της το ευχέλαιο, η ευχή πως την λένε. Αλλά η γριά δεν πέφτει, αρπάζεται από το φουλάρι, αρπάζει την άκρη μόνον δηλαδή, το φέρνει στο στόμα και το φιλάει. Παραξενεύεται ο μαύρος, ξεφύγαμε, σκέφτεται, τι φετιχισμός είναι αυτός με την κωλόγρια, σκέφτεται, καλό το πενηντάρικο αλλά μην μπλέξουμε κιόλας, και μετά καταλαβαίνει, όχι αμέσως, πιο μετά, κοντά στην έξοδο που βλέπει τον κανονικό παπά και το καλυμμαύχι να του κρέμεται στο λαιμό σαν φουλάρι. Αυτή ήταν η ιστορία, ιδέα ήταν δηλαδή, την υλοποίησα με τον συνήθη εύπεπτο τρόπο, διαβάστε την, πετάχτε την ή όποιος θέλει ας την φτιάξει κάπως και ας μου την δώσει να την διαβάσω, μπας και ξεκολλήσω από το γαμημένο στυλάκι μου που με κρατάει όμηρο.

 

ΤΟ ΚΡΑΚ

Posted: Ιουλίου 19, 2017 in φλυαρίες...

Εγώ λέω να το παραδεχτούμε πως τον σκότωσα κύριε δικηγόρε μου. Ας πούμε, ναι, το έκανε, δηλαδή ο κατηγορούμενος, εγώ, το έκανα, του το άνοιξα το κεφάλι με το τσεκούρι που είναι σε κείνη την διάφανη σακούλα και το κάνουνε βόλτα στην αίθουσα του δικαστηρίου και το λένε «πειστήριο αριθμός ένα». Τους αριθμούς τους βάζουνε με την σημαντικότητα ή με την σειρά που τα μαζέψανε; Ή που τα βρήκανε;

Άκου τώρα, να σου πω, μαθημένος είσαι, όλο με τέτοια έχεις να κάνεις, θάχεις ακούσει πολλά, να σου πω λοιπόν κάτι περίεργο, γιατί εμένα δεν μούχε ξανατύχει μέχρι κείνη την στιγμή, πως το πιο εκνευριστικό πράγμα ήταν το πόδι του. Όχι όλο το πόδι, η αριστερή του πατούσα μόνο, το πέλμα, όλο μαζί δηλαδή το κομμάτι από τον αστράγαλο και κάτω. Ε,αυτό λοιπόν, κουνιόταν για ώρα αφότου του την είχα κάτσει με το τσεκούρι να, εδώ, στο δοξαπατρί, κρακ και τέλος.

Λίγο πιο πάνω δηλαδή, όχι ακριβώς εκεί, λίγο πιο πάνω του τόσκασα, δεν μπορούσα να έχω ακρίβεια στο χτύπημά μου και νάθελα, γιατί ναι μεν είχε τρομάξει και δεν κουνιόταν, εγώ όμως δεν είχα πρότερη εμπειρία και έτρεμε το χέρι μου από τον αγκώνα και κάτω, κουνιόταν όλο μαζί. Κουνιόταν όμως μετά και το πόδι, πεταγόταν σαν να το ενοχλούσε μύγα ή σφήκα ή κάτι απειλητικό τέλος πάντων. Και λέω τώρα: ήταν νεκρός ή δεν ήταν; Αυτό με τις σπασμωδικές κινήσεις που κάνουν οι πεθαμένοι, σαν τις σαύρες με την κομμένη ουρά που η κομμένη ουρά χτυπιέται για ώρα, είναι κάτι που με σαστίζει.

Δηλαδή ζει ακόμα; Για να πετάγεται το πόδι του, θα πεί πως ζει ακόμα, σκέφτηκα. Κι’ όλο αυτό το μυαλό στο δάπεδο της αποθήκης δεν έπαιζε κανέναν ρόλο στο πότε θα σταματήσει να πετάγεται το πόδι; Προφανώς όχι. Σκέφτηκα να του δώσω άλλη μία, αλλά πού να τονε βάραγα; Δεν είχε μείνει κεφάλι για να τον ξανακοπανήσω. Θάτανε σαν να συνεχίζεις να τσουγκράς πασχαλιάτικο αυγό που είναι ήδη λιώμα, δεν έχει νόημα, κρακ, τόσπασες, κέρδισες, άντε και του χρόνου, χριστός ανέστη αληθώς ο κύριος, φάτο το αυγό και τελείωνε.

Αναγούλιασες, κύριε δικηγόρε μου; συγγνώμη δεν είχα πρόθεση, άμα είχα χαρτομάντηλο θα σούδινα να φτύσεις. Αλλά δεν έχει δωμέσα πουθενά να πετάξεις το χαρτομάντηλο με την χλεμπόνα μέσα οπότε θα ήταν χειρότερα άμα έπρεπε να το κρατάς στο χέρι και θα αναγούλιαζες κι’ άλλο.

Πήγα που λες παραδίπλα στην βρύση του υπογείου να πλύνω το τσεκούρι και με την άκρη του ματιού μου έβλεπα το πόδι να πετάγεται, την πατούσα δηλαδή, να κάνει έτσι έτσι, σαν υαλοκαθαριστήρας, δεξιά αριστερά, παύση, και μετά πάλι δεξιά αριστερά. Πήγα από πάνω του και τον κοίταξα. Πού να τον κοιτάξω δηλαδή, δεν είχε πού να τον κοιτάξεις, και είπα μιλητά απόξω μου ρε ζωντανός είσαι ακόμα; Και να είμαι ειλικρινής, φοβήθηκα πως θα μου απαντούσε. Αλλά, δεν. Και σε ρωτάω: αν απαντούσε, ποια ήταν η θέση μου; Μάλλον θα τούδινα άλλη μια, αλλά ευτυχώς δεν απάντησε γιατί πού να τονε βάραγα, στο ξανάπα, δεν είχε μείνει πού να βαρέσεις και νάθελες. Το πόδι όμως εκεί, δώστου και να πετάγεται.

Ντρέπομαι να σου πω τι έκανα. Πήγα και το πάτησα. Να, έτσι, έβαλα το πόδι μου και το πάτησα. Δεν ένιωθα τίποτε, ούτε σπασμό ούτε τίποτε κάτω από την σόλα. Και μόλις τράβηξα το πόδι μου, νάτο πάλι, να πετάγεται το πόδι. Τι να κάνω, έπρεπε να τελειώνω με το πλύσιμο του τσεκουριού να το ξαναβάλω στην θέση του, βρήκα μισό σακκί με λευκό τσιμέντο που θα το είχε ο μακαρίτης για τίποτε μερεμέτια, και του το έβαλα πάνω στο πόδι. Νάτανε τρία, νάτανε τέσσερα κιλά, δεν ήταν και πολύ βαρύ, και κει που έπλενα την λαβή, είχε βάψει το ξύλο και ήθελε τρίψιμο με την άγρια πλευρά του βετέξ, κάνει μια έτσι το πόδι και ρίχνει στο πλάι το σακκί και χύνεται το λευκό τσιμέντο πάνω στα αίματα.

Φτου σου κερατά, λέω, και τι να κάνω, πάω και αδειάζω και το υπόλοιπο τσιμέντο πάνω στο αίμα και στα σπασμένα, να μην τα δει κανείς έτσι και σιχαθεί και τον μακαρίτη που δεν έφταιγε και σε τίποτε τελικώς. Όσην ώρα τίναζα το σακκί, το πόδι να πετάγεται. Θύμωσα, έβρισα, είπα και βαρειά βρισιά που δεν το συνηθίζω, κοιτάω ένα γύρω, βλέπω μια ταινία κολλητική, την πιάνω στα χέρια μου, διπλής όψης, για μοκέτες, ξέρεις, που κολλάς, ξεκολλάς και μετά ξανακολλάς, βαρύ πράγμα μην εμπιστευτείς μόνον, δεν αντέχει θα στο φέρει κάτω με την πρώτη υγρασία, για μοκέτες καλή είναι, αλλά, μέχρις εκεί. Πιάνω την ταινία, του κολλάω το πόδι στο πάτωμα, δεν προλαβαίνω να φτάσω στον νεροχύτη, κάνει ένα κράτς, πετάχτηκα ως το ταβάνι από την τρομάρα. Είχε πετάξει την κολλητική και συνέχιζε και πεταγόταν. Το πόδι.

Τόδεσα μετά. Πήρα ένα σκοινί και τόδεσα σε μια καρέκλα. Ευτυχώς είχα προλάβει και μόλις είχα βάλει στην θέση του το τσεκούρι, θάπεφτε και θα μούκοβε κανένα δάχτυλο. Τι γιατί; Πετάχτηκε το πόδι και τράβηξε την καρέκλα και για μια στιγμή νόμισα πως ο πεθαμένος είχε σηκωθεί και έκανε να κάτσει στο τραπέζι. Τι το θελε το τραπέζι στο υπόγειο ο καρμίρης, αλήθεια; Είχε κάτι λεκέδες στρογγυλούς, θα κατέβαινε ο φουκαράς φαίνεται να τραβήξει κανένα ποτηράκι στα κρυφά από την μέγαιρα. Όσην ώρα είμασταν οι δυό μας στο υπόγειο μα δεν σταμάτησε λεπτό να σούρνει τα ποδάρια της από πάνω και να μουρμουράει και να φωνάζει και να γκρινιάζει. Μέγαιρα σου λέω, μέγαιρα.

Κάποια στιγμή, να μην στα πολυλογώ, σταματάει το πόδι να πετάγεται. Πήγα από πάνω και το κοίταζα. Έλεγα τώρα θα ξαναρχίσει τώρα θα ξαναρχίσει. Πρέπει νάμεινα ώρα να κοιτάζω το πόδι. Μετά τίποτα, απλώς θυμάμαι πως με πιάσανε, στρίγγλαγε εκείνη με το μπεζ κομπινεζόν, φωτάγανε κάτι τεράστιες βυζάρες χωρίς σουτιέν από μέσα με κάτι ρώγες να, μετά έτριζαν τα σκαλοπάτια, πόναγαν τα χέρια μου όπως με τραβάγανε από τις χειροπέδες, η πρώτη καλή στιγμή είναι τώρα που κάτσαμε λίγο δω χάμου και τα λέμε. Ξεχνιέμαι κιόλας, γιατί άμα κλείσω τα μάτια μου βλέπω ένα πόδι να πετάγεται, όχι όποιο νάναι, εκείνο το συγκεκριμένο πόδι.

Λέω λοιπόν να παραδεχτούμε πως τόκανα, να μπω φυλακή, να ησυχάσω, να μην πρέπει να τα ξαναπώ. Ναι, συμφωνώ, να πείς πως από παιδί ήθελα να δω πώς είναι να σκοτώνεις. Βασικά, το κρακ με ένοιαζε, το κρακ που θα άκουγα, εδώ θέλω να καταλήξω, στο κρακ. Τόχα φανταστεί από όταν είχα διαβάσει εκείνο το ρώσικο με τις γριές που τις σκοτώνει ο φοιτητής, τόθελα να το ζήσω, να το κάνω ο ίδιος, να τον προκαλέσω εγώ αυτόν τον ήχο, πώς να στο πω. Άλλοι θέλουν να πάνε διακοπές στην Κίνα ή σαφάρι στην Ζιμπάμπουε. Εγώ ήθελα να ακούσω αυτό το συγκεκριμένο κρακ. Για το πόδι όμως, δεν έλεγε τίποτε ο ρώσος, αν πεταγόταν κάποιο πόδι από τις γριές ύστερα ή όχι, φοράγανε βαρειές φούστες οι γριές, αυτό στο δίνει να το καταλάβεις, οπότε τι νάγραφε ο άνθρωπος, ψέματα να πει;

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Posted: Ιουλίου 3, 2017 in φλυαρίες...

Δεν ήταν εκεί. Έπρεπε νάναι εκεί; Αφού δεν το ‘χε αφήσει εκεί. Πώς νάναι εκεί. Δεν ήταν λοιπόν. Σκέφτηκε το μεγάλο ντουλάπι στο δωμάτιο του ισογείου, που ήταν το γραφείο του θείου με τα δερμάτινα έπιπλα και τα βιβλία στους τοίχους, τις εφημερίδες σε στοίβες στο πάτωμα, μεγάλα κρυστάλλινα τασάκια στα τραπεζάκια, φθαρμένα χαλιά στο παρκέ, ψηλά παράθυρα με σκοροφαγωμένες κουρτίνες, και τέλος, φώς από έναν ήλιο που στεκόταν ψηλά πάνω από το σπίτι ενόσω αυτή ήταν μόνη της εδώ χαμηλά, εδώ μέσα δηλαδή, στο χαμηλότερο σημείο του σπιτιού, αν εξαιρέσουμε τα υπόγεια, που δεν θα ’κανε καμία προσπάθεια να κατέβει ακόμη και αν ήξερε με σιγουριά πως (αφού δεν ήταν πουθενά στο υπόλοιπο σπίτι) θα ήταν στο υπόγειο. Θεώρησε λοιπόν το ισόγειο σαν το χαμηλότερο σημείο του σπιτιού και έκανε ένα βήμα στο δωμάτιο αυτό.
Και στάθηκε.
Φοβήθηκε να κλείσει την πόρτα πίσω της, χωρίς λόγο φοβήθηκε, αλλά ήθελε να φοβάται, ταίριαζε με την επίπλωση. Το πάτωμα να τρίζει ελαφρά κάτω από τις γυμνές πατούσες της, η σκόνη να αναδεύεται σε κάθε της βήμα, το φώς να αναδεικνύει την κίνηση αυτή της σκόνης, και η υπεροψία στο δωμάτιο αυτό του ισογείου να την προκαλεί να τα σπάσει όλα. Όχι. Να μην τα σπάσει όλα. Αρκούσε η αδιαφορία της για την ώρα. Προχώρησε προς το ντουλάπι και παρατήρησε πως στην αρχή σε κάθε βήμα της αντιστοιχούσαν δύο χτύποι της καρδιάς της και μετά τρεις. Αν είχε κλείσει την πόρτα πίσω της η αναλογία σίγουρα θα είχε γίνει μεγαλύτερη.
Βήματα.
Το ντουλάπι με την διπλή πόρτα απείχε δέκα πόντους από την μύτη της τώρα. Η ανάσα της άφηνε μια θαμπάδα πάνω στο βερνίκι που εμφανιζόταν και εξαφανιζόταν, και σε κάθε θαμπάδα αντιστοιχούσαν τρεις χτύποι καρδιάς, άρα, σκέφτηκε, ένα βήμα ίσον μια θαμπάδα. Δεν θα ήταν μέσα στο ντουλάπι, εκείνη δεν την άφηναν ποτέ να ανοίξει το ντουλάπι αυτό, στην πραγματικότητα δεν θυμόταν να είχε δεί ποτέ ανοιχτό αυτό το ντουλάπι. Άρα γιατί φαντάστηκε πως θα ήταν εδώ μέσα; Ίσως γιατί φανταζόταν πως εδώ μέσα της έκρυβαν όλα τα πράγματα που έχανε ή που της έπαιρναν όταν αυτά δεν ταίριαζαν πλέον με την ηλικία της ή με την παρουσία υπηρετών στην οικογένειά τους. Που αυτηνής δεν ήταν δική της οικογένεια όμως.
Τώρα κρατάει ένα βαρύ τασάκι στο χέρι και υπολογίζει σε ποιο σημείο να χτυπήσει με αυτό το ντουλάπι για να ανοίξει. Ποιος να το κλείδωσε τελευταίος; Ο θείος. Τα κλειδιά, θυμάται, είναι στο πρώτο συρτάρι του γραφείου, εκείνο το μισό συρτάρι που κάθεται πάνω από τα τρία ολόκληρα συρτάρια του γραφείου και έχει μέσα τα κλειδιά όλων των άλλων συρταριών και του ντουλαπιού αυτουνού εδώ. Τότε γιατί το κλείδωνε αφού το μισό συρτάρι έμενε πάντα ξεκλείδωτο;
Στο χωλ το ρολόι χτύπησε μερικές φορές, ποτέ δεν ήταν σίγουρη πόσες, πάντα έχανε τα πρώτα δύο χτυπήματα με αποτέλεσμα να κατεβαίνει νωρίς για φαγητό. Λες να ήταν στην κουζίνα; Τι δουλειά είχε στην κουζίνα όμως; Μπορεί να ήταν στην κουζίνα. Η μαγείρισσα ήταν φίλη της, μπορεί να το βρήκε και να το φύλαξε μέσα σε καμιά μεγάλη κατσαρόλα. Δεν πάει ως την κουζίνα, δεν θέλει, μπα, δεν θάναι εκεί, είναι σίγουρη γι’ αυτό. Να το σπάσει το ντουλάπι; Φαντάζεται τον θόρυβο μέσα σε τόση ησυχία. Μπαίνει σε μια σελίδα τόσος θόρυβος; Δεν μπαίνει. Είναι τόσα πολλά μαζί που θορυβούν το ένα παράλληλα με το άλλο και το καθένα με ξεχωριστή φωνή (σαν μια συμφωνική ορχήστρα ας πούμε) που θα έπρεπε να τα βάλεις σε τρεις, το πολύ σε πέντε λέξεις μέσα, πράγμα που δεν μπορεί να το κάνει. Ας μην το σπάσει λοιπόν το ντουλάπι, ας στραφεί στην πόρτα που είναι ακόμη ανοικτή και ας φύγει με βήματα στα οποία πλέον αναλογεί μία ανάσα για κάθε δυό βήματα. Να έκλεινε τις κουρτίνες; Κλείνει την πόρτα πίσω της με το κλειστό ντουλάπι μέσα, όμως.
Βγαίνει από την πίσω πόρτα, αφού περνώντας ρίχνει μια ματιά στην κουζίνα μέσα από το τζαμωτό της πόρτας. Κρίμα τόσες κατσαρόλες, λέει, και το λέει εδώ που ξέρει πως η φωνή της δεν θα κάνει αντίλαλο, δεν έχει πει ούτε μια κουβέντα τόσην ώρα, ούτε ένα τόσο δα βηχαλάκι δεν έχει αφήσει να της φύγει, απέφευγε πάντα να μιλάει ή να θορυβεί στους ανοιχτούς χώρους του σπιτιού, είχε πάντα μιαν αίσθηση πως δεν ήταν μόνη της, και αυτηνής της άρεσε να είναι μόνη της.
Βγαίνει από την πίσω πόρτα παρατηρώντας το απαλό κοίλωμα στο κέντρο του καθενός από τα τρία σκαλοπάτια, πατάει στο πλακόστρωτο, σταματάει και μυρίζει το ακούρευτο γρασίδι. Έτσι μυρίζει λοιπόν το ακούρευτο γρασίδι.
Βγαίνει από την πίσω πόρτα και την ίδια στιγμή απορεί: πώς να ήταν εκεί αφού το είχε στο σπίτι της εδώ και χρόνια, στο δωμάτιό της το ίδιο, ανάμεσα στους δίσκους της και στα βιβλία της, να το κοιτάζει αδιάφορα η γάτα της, να του αλλάζει θέση ο φίλος της όταν ήθελε να καθήσει σε εκείνο το σημείο, να το ξεχνάει επίτηδες η ίδια για να μπορεί να πάει ως εκείνο το σπίτι και εκεί να αδιαφορήσει με την ησυχία της. Ήθελε απλώς να αδιαφορήσει για αυτό το σπίτι και βγαίνοντας να νιώσει εκείνη την ελευθερία που κερδίζεις με εκείνο το είδος της αδιαφορίας που φτιάχνουν μέσα σου τα βιβλία και οι δίσκοι.

ΤΡΑΓΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Posted: Ιουλίου 3, 2017 in φλυαρίες...

Απέναντι είναι μια στάση λεωφορείου, καλοκαίρι, ησυχία μεσημεριού. Το φώς συνθλίβεται στο έδαφος, διαχέεται τριγύρω, κλείνεις τα μάτια ως μια μικρή σχισμή. Στην στάση βλέπεις δυό πόδια να προβάλλουν καθιστά στο παγκάκι. Μυρίζεις την μυρωδιά που έχει η πόλη υπό αυτές τις συνθήκες. Δεξιά η οθόνη του πρακτορείου δείχνει αριθμούς τον έναν δίπλα στον άλλον, ορισμένοι κυκλωμένοι με άλλο χρώμα. Από τους δύο υπαλλήλους βλέπεις μόνον τις κορυφές των κεφαλιών, πελάτης κανείς. Στον τοίχο ένας ξεθωριασμένος ποδοσφαιριστής σε δεξιοτεχνικό τάκλιν, η μεσαία κολώνα όπως κινείσαι κρύβει το σώμα, τα πόδια του αθλητή προβάλλουν με ίδιο τρόπο με τα πόδια πίσω από την στάση. Τώρα ξανακοίτα την στάση. Ένα χρωματιστό φόρεμα χορεύει στον αέρα στηριγμένο πάνω στα πόδια, είναι κίτρινο και κόκκινο ανακατεμένα και χορεύουν τα δύο χρώματα, κάνουν να φύγουν από την στάση, τα εμποδίζει το σώμα που έχει τα πόδια, βρίσκονται τα δύο χρώματα να στροβιλίζονται γύρω από τον άξονα αυτόν, αργότερα στην δροσιά της εισόδου της πολυκατοικίας θυμάσαι πως ξέχασες να δεις το πρόσωπο.
Βγαίνεις την επόμενη Κυριακή, από πού φεύγει κάποιος και περιμένει συγκοινωνία μέσα στο καλοκαίρι τέτοιαν ώρα; Ρίξε μια ματιά από μακρυά να μην χρειαστεί να περπατήσεις ως εκεί. Δεν είναι κανείς. Να ανέβηκε ήδη; Πάρε ένα παγωτό από το περίπτερο. Η βιτρίνα του κρεοπωλείου άδεια, έξω από την κάβα παλέτες στοιχισμένες. Έλα λίγο πίσω και ξαναδές την στάση. Είναι εκεί τώρα; Απίστευτο σου φαίνεται, είναι εκεί. Θα πας ως εκεί; Πήγαινε. Πάλι χρωματιστό φοράει, πράσινο με πορτοκαλί που όμως τώρα δεν χορεύουν όπως τα άλλα χρώματα, άπνοια. Να και κάτι παράξενο. Γιατί ξαφνικά εκεί που περιμένει καθιστή, σηκώνεται και κοιτάζει. Το παγωτό τρέχει στην παλάμη σου, εδώ και λίγα λεπτά δεν ασχολείσαι με το παγωτό. Σε βλέπει, φεύγει από την στάση και έρχεται προς εσένα. Τι να το κάνεις το παγωτό; Θέλεις να έρθεις μαζί μου; είναι η ερώτησή της. Λες, Μισό λεπτό να πετάξω το παγωτό, πήρες μερικά δευτερόλεπτα διορία, στον κάδο και πάλι πίσω. Βγάζει χαρτομάντιλο και σου δίνει. Ευχαριστώ πολύ, είπες και σκούπισες τα χέρια σου, άλλη μια μικρή παράταση. Θα έρθεις τελικά μαζί μου; ρωτάει με το κεφάλι πλαγιασμένο στη μία πλευρά. Να έρθω, αλλά δεν έχω εισιτήριο, είπες, θα χρειαστώ εισιτήριο. Μπα, τέτοια ώρα δεν μπαίνει ελεγκτής, τον Αύγουστο είναι όλοι στο κέντρο. Σηκώνει το δεξί της χέρι, Να, έρχεται, λέει, γυρίζεις και κοιτάς στην κατηφόρα το μικρό μπλε λεωφορείο να κατεβαίνει αργά, Θα αποφασίσεις λοιπόν; ρωτάει. Χαμογελάς όπως έχεις δει να κάνει κάποιος στο παρελθόν.
Έχει δροσιά μέσα στο λεωφορείο, ο οδηγός φοράει ακουστικά και κουνάει το κεφάλι του στον ρυθμό, τον βλέπεις που ρίχνει μια ματιά στους καθρέφτες να σιγουρευτεί πως κανένας δεν ανεβαίνει ή κατεβαίνει, ξέρει πως δεν έχετε εισιτήρια, τι τον νοιάζει; Κάθεστε σε πλαϊνά καθίσματα και σου πιάνει το χέρι αμέσως. Τι λεπτά δάχτυλα, σκύβεις και τα κοιτάς, Τι λεπτά δάχτυλα, είπες. Μα είμαι όλη μαζί μικροκαμωμένη, λέει εκείνη. Θα σε σηκώνω στον αέρα κάθε φορά που θα σε παίρνω αγκαλιά, σκέφτεσαι εσύ. Και θα ανεμίζουν τα χρώματά σου μέχρι να γεράσεις, τέλος σκέψης. Στάση. Κατεβαίνετε, δεν έχει άλλο. Δεν έχει κάτι εδώ που ήρθαμε, λες. Έχει εμένα, απαντάει εκείνη. Εδώ μόνο μπορείς να είσαι εσύ τέτοια ώρα; Ρωτάς. Όχι. Αλλά εδώ μόνο μπορείς να είσαι εσύ τέτοια ώρα, σου λέει. Και τότε θυμάσαι. Είσαι φύλακας στο πάρκο όπου καταλήγει η γραμμή του λεωφορείου, κοιτάς και φοράς ήδη την στολή σου, την καλοκαιρινή με τα κοντά μανίκια και το σηματάκι στο πέτο. Σε ερωτεύτηκα τότε που σήκωσες το παιδάκι με το ποδήλατο από κάτω, λέει. Θυμάσαι το παιδάκι;, ήταν κοριτσάκι με γυαλιά και έκλαιγε. Γυρνώντας από εδώ σε είδα απέναντί μου από την στάση και σε θυμήθηκα που σήκωσες το κοριτσάκι. Την μέρα με τον ξεθωριασμένο ποδοσφαιριστή, ρωτάς; Τον ξέρω αυτόν που λές, λέει εκείνη, κρέμεται στο πρακτορείο απέναντι από την στάση. Τι ώρα σχολάω;, την ρωτάς. Σε έξι ώρες από τώρα, απαντάει. Όταν κατέβεις από το λεωφορείο θα σε περιμένω στην απέναντι στάση, θα δεις τα πόδια μου να προβάλουν και μετά θα ανεμίσω τα χρώματά μου, είπε.
Δεν περνάνε οι έξι ώρες. Δεν περνάνε καθόλου. Μετά, το βράδυ στο σπίτι δεν είναι το ίδιο. Οι ώρες πάνε αμάσητες κάτω άμα είσαστε μαζί, τραγανές-τραγανές, χρατς-χρουτς, κοιτάς και είναι δέκα, μετά κοιτάς και είναι δέκα και μισή, μετά κοιτάς και πήγε δύο. Δεν την ξυπνάς για να της το πεις, όχι, δεν είναι σωστό να ξέρει το κόλπο με τις ώρες. Που δεν περνάνε άμα περιμένεις για να την δεις και που μετά ξεροψήνονται στο άψε σβήσε και γίνονται νοστιμότατες. Θα πάς για ύπνο κάποια στιγμή; Άντε, περνάει η ώρα και το πρωί έχεις ρεπό, δεν πρέπει να την αφήσεις να πάει στην στάση. Πολλά είπαμε, αλλά οι ιστορίες μεσημεριάτικων καλοκαιριών περιέχουν κάτι τέτοιες πολυλογίες.